Την παρέμβαση της Κομισιόν αναμένεται να προκαλέσει η νέα νομοθεσία της κυβέρνησης Μελόνι στην Ιταλία, που επί της ουσίας παρεμβαίνει στην αγορά ηλεκτρισμού με μέτρα που κρίνεται ότι δεν συνάδουν με τους ευρωπαϊκούς κανονισμούς.
Να σημειώσουμε ότι νωρίτερα αυτή την εβδομάδα η κυβέρνηση Μελόνι παρουσίασε μια μεταρρύθμιση, βάσει της οποίας οι ηλεκτροπαραγωγοί με φυσικό αέριο θα απαλλαχθούν από το κόστος της εκπομπής CO2. Παράλληλα, στα μέτρα συγκαταλέγεται και η αύξηση του συντελεστή φορολογίας που πληρώνουν οι παραγωγοί, με απώτερο στόχο να μειωθεί το ενεργειακό κόστος για τους καταναλωτές.
Στελέχη της αγοράς δίνουν μικρές πιθανότητες να εφαρμοστεί η νομοθεσία ως έχει, με πιο πιθανό σενάριο την αναπροσαρμογή και το μετριασμό της μετά από διαβούλευση με τις Βρυξέλλες. Πάντως, πρόκειται και πάλι για σημαντική εξέλιξη, καθώς έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία δόθηκε το έναυσμα να ξανασυζητηθεί το κυρίαρχο μοντέλο της ευρωπαϊκής αγοράς ηλεκτρισμού.
Έτσι, η προσοχή των απανταχού ηλεκτροπαραγωγών, εταιρειών προμήθειας και των ίδιων των κυβερνήσεων αναμφίβολα στρέφεται στην Ιταλία και στα όσα τελικά θα ισχύσουν.
Όσον αφορά την Ελλάδα, ακόμα και αν εφαρμοστεί η νομοθεσία της Μελόνι, δεν αναμένεται να οδηγήσει σε σημαντικές επιδράσεις. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας-Ιταλίας είναι μόλις της τάξης των 500 MW, δηλαδή αρκετά μικρή. Έτσι, ακόμα και αν υποχωρήσουν οι χονδρικές τιμές στην Ιταλία, τα περιθώρια εξαγωγών προς τη συγκεκριμένη αγορά είναι έτσι κι αλλιώς χαμηλά.
Η χώρα μας έγινε τα τελευταία δύο χρόνια καθαρός εξαγωγέας ηλεκτρικής ενέργειας με έμφαση κυρίως στα βόρεια σύνορα με τους Βαλκάνιους γείτονές μας. Αυτή τη χρονική περίοδο γίνεται η προετοιμασία ώστε να αναβαθμιστεί η διασύνδεση με τους Ιταλούς, αλλά ο ΑΔΜΗΕ τοποθετεί την ολοκλήρωσή της προς τα μέσα της επόμενης δεκαετίας.
Όσον αφορά το πολιτικό σκέλος της υπόθεσης και το αν θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να πάρει ως παράδειγμα την Ιταλία, εφαρμόζοντας αντίστοιχα μέτρα, και πάλι η απάντηση είναι μάλλον αρνητική.
Το βέβαιο είναι ότι το ΥΠΕΝ δεν στρέφεται στην παρούσα φάση σε τόσο δραστικές λύσεις και ο λόγος είναι πολύ απλός: Η Ιταλία έχει φέτος μια μέση τιμή χονδρικής πάνω από 120 ευρώ/MWh, που την τοποθετεί πιο ψηλά στον κατάλογο με τις ακριβότερες ευρωπαϊκές χώρες. Στον αντίποδα, η Ελλάδα έχει μια τιμή 104 ευρώ και “βλέπει” άλλες 22 ακριβότερες χώρες από πάνω της (σε επίπεδο όχι μόνο Ε.Ε., αλλά ολόκληρης της Ευρώπης).
Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση στρέφεται σε άλλη κατεύθυνση για το ενεργειακό κόστος. Όπως δήλωσε χθες ο υπουργός περιβάλλοντος και ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, οδηγούμαστε πλέον με πιο δομικό τρόπο σε μία απομάκρυνση από τις υψηλές τιμές ενέργειας. Αυτό οφείλεται πρωτίστως στο ενεργειακό μείγμα που στρέφεται διαρκώς προς τις φθηνότερες ΑΠΕ, με την προσθήκη της αποθήκευσης ενέργειας από φέτος να βελτιώνει τις συνθήκες περαιτέρω.
Ακόμα και αν για τον οποιοδήποτε λόγο οι εγχώριες τιμές πάρουν εκ νέου την ανιούσα, η κυβέρνηση έχει δείξει καλώς ή κακώς ότι προτιμά να παρεμβαίνει με απευθείας επιδότηση προς τους καταναλωτές, παρά δοκιμάζοντας πειράματα στη χονδρική και μπλέκοντας σε περιπέτειες με τις Βρυξέλλες.
Πηγή: www.newsit.gr
