Κυριακή, 24 Μαΐου, 2026
ΑρχικήΠΟΛΙΤΙΚΗΝίκος Ανδρουλάκης: Ως εδώ αυτός ο κατήφορος, βρισκόμαστε πλέον σε σημείο καμπής

Νίκος Ανδρουλάκης: Ως εδώ αυτός ο κατήφορος, βρισκόμαστε πλέον σε σημείο καμπής

Το ιδεολογικό και πολιτικό στίγμα της πολιτικής Αλλαγής που έχει θέσει ως εκλογική επιδίωξη το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, διατυπώνει ο Νίκος Ανδρουλάκης, με ανάρτησή του στα social media, το μεσημέρι της Κυριακής (24.5.26).

Ο Νίκος Ανδρουλάκης μιλάει για κατήφορο της κυβέρνησης και της ΝΔ, επικαλούμενος όσα συνέβησαν το προηγούμενο διήμερο στη Βουλή, ενώ υπογραμμίζει ότι η πολιτική αλλαγή που διακηρύσσει το ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής, μπορεί να επιτευχθεί μαζί με την κοινωνία και τους προοδευτικούς πολίτες.

Σύμφωνα με την Χαριλάου Τρικούπη, κεντρικές λέξεις είναι το «μαζί» και το «όχι στο όνομα μας» και ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ δίνει το σύνθημα της πολιτικής αλλαγής και του μετώπου μαζί με την κοινωνία, που στο όνομά της δεν δέχεται πια τη διεύρυνση των ανισοτήτων, μια καθημερινή ζωή χωρίς ασφάλεια, αξιοπρέπεια και προοπτική, την υπονόμευση των θεσμών, ένα κράτος-λάφυρο, τη φυγή των νέων στο εξωτερικό και τις χαμένες ευκαιρίες για τη χώρα, όπως σημειώνει χαρακτηριστικά, κάνοντας μια επισκόπηση των αδιεξόδων που βλέπει στην κοινωνία και την οικονομία που αφήνει πίσω της η διακυβέρνηση της ΝΔ.

«Στη Βουλή αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο η αντίληψη της Νέας Δημοκρατίας για την εξουσία: η λογοδοσία αντιμετωπίζεται ως πολιτικός κίνδυνος και όχι ως δημοκρατική υποχρέωση», επισημαίνει ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και επικαλείται το ότι «η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπλόκαρε τόσο τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές».

Αναφέρεται εκτενώς στη σφοδρή κριτική που έχει δεχτεί για τις ενέργειές του να αποκαλυφθεί το σκάνδαλο των υποκλοπών και να γίνουν γνωστοί οι λόγοι για τους οποίους παρακολουθείτο, επιρρίπτοντας ευθέως την ευθύνη στον Κυριάκο Μητσοτάκη και το Μαξίμου.

«Ως εδώ αυτός ο κατήφορος! Δεν πρέπει να επιτρέψουμε τα αδιέξοδα του συστήματος Μητσοτάκη να μετατραπούν σε αδιέξοδα για τον λαό και τη χώρα. Βρισκόμαστε πλέον σε σημείο καμπής».

«Τον τελικό λόγο οφείλει να τον έχει η ίδια η κοινωνία», υπογραμμίζει και συμπληρώνει πως η υποβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας δεν είναι μια αφηρημένη θεσμική συζήτηση.

Η ανάρτηση του Νίκου Ανδρουλάκη

«Το προηγούμενο διήμερο στη Βουλή αποκαλύφθηκε με τον πιο ωμό τρόπο η αντίληψη της Νέας Δημοκρατίας για την εξουσία: η λογοδοσία αντιμετωπίζεται ως πολιτικός κίνδυνος και όχι ως δημοκρατική υποχρέωση.

Γι’ αυτό και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία μπλόκαρε τόσο τη σύσταση προανακριτικής επιτροπής για τον ΟΠΕΚΕΠΕ όσο και τη συγκρότηση εξεταστικής επιτροπής για τις υποκλοπές.

Δηλαδή, στην πρώτη περίπτωση, ενώ δημόσια τάσσονται υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών, το χρησιμοποιούν ξανά για να μην επιτρέψουν στη Δικαιοσύνη να ελέγξει τα δικά τους στελέχη βάσει των δικογραφιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας.

Το ίδιο έκαναν και στις περιπτώσεις Καραμανλή, Αυγενάκη και Βορίδη τα προηγούμενα χρόνια.

Στη δεύτερη περίπτωση, ενώ το 2022 η Εξεταστική Επιτροπή για το ίδιο ακριβώς θέμα συγκροτήθηκε με 120 ψήφους, όπως προβλέπουν το Σύνταγμα και ο Κανονισμός της Βουλής, τώρα άλλαξαν πραξικοπηματικά τον πήχυ στους 151 βουλευτές, ώστε αυτή να απορριφθεί. Και όλα αυτά ενώ έχουν προκύψει σοβαρά νέα στοιχεία μετά την καταδίκη των πρωταγωνιστών του σκανδάλου από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών.

Θέλω όμως να μοιραστώ κάτι πραγματικά πρωτόγνωρο που βίωσα προσωπικά.

Από την πρώτη στιγμή που ξέσπασε το σκάνδαλο των υποκλοπών με την καθοδήγηση του Μαξίμου, στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, στρατευμένοι δημοσιογράφοι και οι γνωστοί κουκουλοφόροι του διαδικτύου επαναλάμβαναν συνεχώς τον ισχυρισμό γιατί δεν πάω να με ενημερώσει ο διοικητής της ΕΥΠ, κ. Δεμίρης, άτυπα, για τον λόγο της παρακολούθησής μου. Κάτι που τότε το νομοθετικό πλαίσιο δεν επέτρεπε, λόγω του νόμου Τσιάρα. Άφηναν μάλιστα βαριά υπονοούμενα με ισχυρισμούς ότι κάτι φοβάμαι και για αυτό δεν το πράττω.

Εδώ και δύο χρόνια που ο νόμος Τσιάρα κηρύχθηκε αντισυνταγματικός, με δική μου πρωτοβουλία, τους ζητώ να εφαρμόσουν την απόφαση που επιβάλλει την επίσημη ενημέρωση μου και αυτοί αρνούνται.

Πριν από λίγες μέρες άδραξα την ευκαιρία της παρουσίας του Διοικητή της ΕΥΠ στην Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας της Βουλής και τον ρώτησα μπροστά σε όλους τους συναδέλφους αν γνωρίζει τους λόγους της παρακολούθησής μου και αν υπάρχει έγγραφο που τους επιβεβαιώνει.
Μου απάντησε ότι ούτε τους γνωρίζει, ούτε υπάρχει έγγραφο. Άρα, κοντολογίς λόγοι δεν υπήρχαν.

Και όταν ενημέρωσα δημόσια τους πολίτες για όσα είπε μέσα στη Βουλή -στο φως, μπροστά σε βουλευτές από όλα τα κόμματα και όχι στο αυτί, σε ένα γραφείο της ΕΥΠ, όπως κάποιοι ήθελαν- οι ίδιοι άνθρωποι που επί χρόνια έλεγαν “γιατί δεν πάει να ενημερωθεί και να ενημερώσει την κοινωνία;”, με κατηγόρησαν ότι αποκάλυψα κρατικά μυστικά.

Ενοχλήθηκαν γιατί αποδείχθηκε ότι εδώ και τέσσερα χρόνια κοροϊδεύουν την κοινωνία, σπιλώνοντας με συστηματικά.

Κάποιοι, μόλις κατέκτησαν την εξουσία, οργάνωσαν έναν παρακρατικό μηχανισμό παρακολουθήσεων.

Αποκαλύφθηκε τελικά ποιος φοβόταν.

Και σίγουρα αυτός δεν είμαι εγώ.

Είναι ο κ. Μητσοτάκης και η παρέα του Μαξίμου.

Γκρεμίστηκε λοιπόν οριστικά η επίκληση του απορρήτου, που χρησιμοποιήθηκε επί χρόνια για να εμποδιστεί η αποκάλυψη της αλήθειας.

Και εκτέθηκαν ανεπανόρθωτα όσοι προσπάθησαν να συγκαλύψουν πολιτικά και θεσμικά αυτή την υπόθεση.

Ως εδώ αυτός ο κατήφορος!

 

Δεν πρέπει να επιτρέψουμε τα αδιέξοδα του συστήματος Μητσοτάκη να μετατραπούν σε αδιέξοδα για τον λαό και τη χώρα.

Βρισκόμαστε πλέον σε σημείο καμπής.

Τον τελικό λόγο οφείλει να τον έχει η ίδια η κοινωνία.

Γιατί η υποβάθμιση της ποιότητας της Δημοκρατίας δεν είναι μια αφηρημένη θεσμική συζήτηση.

Σημαίνει κράτος χωρίς κανόνες, άρα κράτος που ευνοεί πάντα τους ισχυρούς.

Κράτος χωρίς κοινωνική δικαιοσύνη.

Είναι κάτι απτό που μπαίνει καθημερινά στο σπίτι κάθε πολίτη.

Στο τραπέζι της οικογένειας.

Στον λογαριασμό του ρεύματος.

Στην τιμή του σούπερ μάρκετ.

Στο ενοίκιο.

Στο βιογραφικό ενός νέου ανθρώπου που συνειδητοποιεί ότι χωρίς «γνωριμίες» οι πόρτες μένουν κλειστές.

Όταν, για παράδειγμα, οι ανεξάρτητες αρχές αποδυναμώνονται συστηματικά, ο αντίκτυπος περνάει κατευθείαν στην καθημερινότητα.

Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν μπορούν να συγκρουστούν πραγματικά με τα πανίσχυρα καρτέλ.

Και τότε ο πολίτης το βλέπει παντού.

Το βλέπει, όταν πληρώνει βασικά αγαθά ακριβότερα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Το βλέπει, όταν μια οικογένεια αναγκάζεται να κόψει ακόμη και βασικές ανάγκες για να πληρώσει το ρεύμα.

Το βλέπει, όταν δύο γονείς δουλεύουν ολόκληρο μήνα και στο τέλος δεν περισσεύει τίποτα.

Το βλέπει, όταν η βενζίνη ανεβαίνει μέσα σε λίγες ώρες αλλά πέφτει με καθυστέρηση εβδομάδων.

Το βλέπει, όταν πληρώνει από τις ακριβότερες τηλεπικοινωνίες στην Ευρώπη.

Και όταν η Δικαιοσύνη λειτουργεί με πιέσεις από την εκάστοτε εκτελεστική εξουσία, το μήνυμα που περνά στην κοινωνία είναι καταστροφικό.

Ο μικρός επαγγελματίας μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με κατασχέσεις μέσα σε λίγους μήνες.

Την ίδια στιγμή, μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς σέρνονται επί χρόνια μέχρι να ξεχαστούν.

Ο πολίτης χάνει το σπίτι του γρήγορα.

Αλλά εκείνοι που διαχειρίστηκαν δημόσιο χρήμα χωρίς διαφάνεια σπάνια λογοδοτούν πραγματικά.

Όταν οι απευθείας αναθέσεις γίνονται κανόνας, το δημόσιο χρήμα δεν κατευθύνεται εκεί όπου υπάρχει μεγαλύτερη ανάγκη.

Και τότε η κοινωνία πληρώνει το κόστος με πολλούς τρόπους.

Ένα δημόσιο νοσοκομείο μπορεί να μην έχει νοσηλευτές στις βάρδιες και να περιμένουν οι ασθενείς μήνες για εξετάσεις, αλλά την ίδια στιγμή κάποιοι θησαυρίζουν μέσα από υπερκοστολογημένες συμβάσεις.

Ένα σχολείο στην περιφέρεια μπορεί να έχει ταβάνια που στάζουν, παλιούς υπολογιστές και ελλείψεις εκπαιδευτικών, αλλά εκατομμύρια χάνονται σε πρόχειρα έργα βιτρίνας.

Ένας νέος αγρότης μπορεί να εγκαταλείπει το χωριό του γιατί δεν μπορεί να επιβιώσει, ενώ επιδοτήσεις που προορίζονταν για την πραγματική παραγωγή να καταλήγουν σε κυκλώματα «ημετέρων».

Και το αποτέλεσμα είναι ορατό παντού: η ύπαιθρος ερημώνει και η χώρα χάνει σταδιακά την παραγωγική της βάση.

Το ίδιο επικίνδυνη είναι και η διάβρωση της λογοδοσίας και των θεσμών στην υπόθεση των παράνομων υποκλοπών.

Όλα αυτά δεν είναι απλώς ζητήματα «ηθικής τάξης».

Έχουν βαθύ αναπτυξιακό και εθνικό αποτύπωμα.

Γιατί η ατιμωρησία γιγαντώνει και κάνει ανεξέλεγκτη τη διαφθορά.

Μια χώρα χωρίς ισχυρούς θεσμούς δεν μπορεί να προσελκύσει σοβαρές επενδύσεις όταν κυριαρχεί η αίσθηση ότι οι κανόνες αλλάζουν ανάλογα με τις πολιτικές σχέσεις.

Δεν μπορεί να κρατήσει τους νέους επιστήμονές της, όταν εκείνοι πιστεύουν ότι η αξιοκρατία είναι εξαίρεση και όχι κανόνας.

Ο νέος που φεύγει στο εξωτερικό, δεν φεύγει μόνο για καλύτερο μισθό. Φεύγει γιατί θέλει να ζήσει σε μια κοινωνία όπου αισθάνεται ότι οι κόποι του θα αναγνωριστούν.

Γι’ αυτό και οι χώρες με ισχυρό κράτος δικαίου έχουν συνήθως υψηλότερους μισθούς, μεγαλύτερη κοινωνική εμπιστοσύνη, ποιοτικότερες δημόσιες υπηρεσίες και περισσότερη εθνική αυτοπεποίθηση.

Αντίθετα, χώρες όπου κυριαρχεί η ατιμωρησία, η κομματοκρατία και η διαφθορά οδηγούνται σχεδόν πάντα στον ίδιο φαύλο κύκλο:
ακρίβεια, χαμηλή παραγωγικότητα, ανασφάλεια, φυγή νέων ανθρώπων, κοινωνική απογοήτευση, γήρανση του πληθυσμού και τελικά υποβάθμιση των συντελεστών εθνικής ισχύος.

Η υπεράσπιση του κράτους δικαίου δεν είναι υπόθεση μόνο των δικαστών ή των πολιτικών.

Είναι υπόθεση κάθε δημοκρατικού πολίτη.

Γιατί όποιος αναζητά μια καλύτερη ζωή, δεν μπορεί να συμβιβάζεται με την αυθαιρεσία, τη διαφθορά και την ατιμωρησία.

Πραγματικός πατριωτισμός είναι να απαιτούμε θεσμούς που λειτουργούν, με διαφάνεια, λογοδοσία και ισονομία.

Να μη συμβιβαζόμαστε με μια Ελλάδα χαμηλών προσδοκιών.

Η απογοήτευση δεν πρέπει να μετατραπεί σε αδράνεια.

Πρέπει να γίνει συλλογική βούληση και δράση.

Γιατί δεν πρέπει να δεχτούμε ποτέ όλα αυτά να παρουσιάζονται ως “κανονικότητα” στο όνομα του ελληνικού λαού.

Γιατί ο αγώνας για το κράτος δικαίου είναι μάχη για τον μισθό, για το κόστος ζωής, για τη νέα γενιά και για την εθνική ισχύ της πατρίδας μας.

Είναι μια μάχη για τη ζωή μας.

Και αυτή τη μάχη θα τη δώσουμε μαζί.

Πηγή: www.newsit.gr

RELATED ARTICLES

Most Popular