Παρά τη βελτίωση που καταγράφεται τα τελευταία χρόνια στην ελληνική αγορά εργασίας, με τη μείωση της ανεργίας και τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού, η πραγματική οικονομική κατάσταση των εργαζομένων παραμένει ιδιαίτερα πιεσμένη, με βάση τα στοιχεία της νέας έρευνας του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.
Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, οι εργαζόμενοι μισθωτοί εξακολουθούν να έχουν σημαντικά χαμηλότερη αγοραστική δύναμη σε σχέση με την περίοδο πριν από την οικονομική κρίση, με το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα να μην έχει ανακάμψει στα επίπεδα του 2009.
Ο μέσος μισθός παραμένει κάτω από τα προ κρίσης επίπεδα
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός διαμορφώθηκε το 2025 στα 18.134 ευρώ, αυξημένος κατά 3,9% σε σύγκριση με το 2024 και κατά 19,7% σε σχέση με το 2019.
Ωστόσο, παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, εξακολουθεί να είναι κατά 12% χαμηλότερος από το επίπεδο του 2009. Μάλιστα, παραμένει ελαφρώς χαμηλότερος ακόμη και από τον μέσο μισθό του 2012, χρονιά κατά την οποία η ελληνική οικονομία βρισκόταν στη βαθύτερη φάση της ύφεσης.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εικόνα όταν εξετάζονται οι πραγματικές αποδοχές, δηλαδή οι μισθοί αφού ληφθεί υπόψη ο πληθωρισμός.
Το 2025 ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός ανήλθε στα 14.998 ευρώ, καταγράφοντας οριακή αύξηση 1,3% σε σχέση με το 2024. Παρ’ όλα αυτά, παραμένει κατά 31% χαμηλότερος από το 2009, ενώ ουσιαστικά δεν εμφανίζει μεταβολή σε σύγκριση με το 2019.

Η έρευνα αναδεικνύει ότι η πληθωριστική κρίση των τελευταίων ετών εξανέμισε μεγάλο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς. Είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχέση με το 2021, όταν ξεκίνησε η έντονη άνοδος των τιμών, ο πραγματικός μέσος μισθός το 2025 εμφανίζεται μειωμένος κατά 1,3%.
Αντίστοιχη εικόνα και στο ωρομίσθιο
Παρόμοια είναι τα συμπεράσματα και για το μέσο ωρομίσθιο, καθώς το ονομαστικό διαμορφώθηκε το 2025 στα 9,6 ευρώ, υψηλότερα από τα επίπεδα του 2019, αλλά εξακολουθεί να υπολείπεται εκείνου του 2009.
Σε πραγματικούς όρους, το μέσο ωρομίσθιο αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% του επιπέδου που είχε πριν από την οικονομική κρίση, γεγονός που αποτυπώνει τη σημαντική απώλεια εισοδήματος που έχουν υποστεί οι εργαζόμενοι τα τελευταία χρόνια.
Μεγάλες απώλειες στις υπηρεσίες
Στις υπηρεσίες χαμηλής έντασης γνώσης, το πραγματικό ωρομίσθιο εξακολουθεί να είναι κατά 31,3% χαμηλότερο από το 2009, ενώ ακόμη μεγαλύτερη είναι η υποχώρηση στις υπηρεσίες υψηλής έντασης γνώσης, όπου η μείωση φτάνει το 42,4%.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στους κλάδους της εκπαίδευσης και της υγείας, όπου απασχολείται μεγάλο ποσοστό γυναικών. Οι δύο αυτοί τομείς συγκεντρώνουν πάνω από το ένα τέταρτο των γυναικών μισθωτών της χώρας, γεγονός που αναδεικνύει και τη διάσταση του προβλήματος ως προς τις αμοιβές σε επαγγέλματα με υψηλή γυναικεία συμμετοχή.
Οι προτάσεις του ΙΝΕ/ΓΣΕΕ
Το ΙΝΕ-ΓΣΕΕ υποστηρίζει ότι οι έκτακτες οικονομικές ενισχύσεις που έχουν δοθεί τα τελευταία χρόνια προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν αποτελούν μόνιμη λύση για την αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων.
Μεταξύ των παρεμβάσεων που προτείνει περιλαμβάνονταιQ
- H διεύρυνση της κάλυψης των εργαζομένων από Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας
- H επαναφορά του καθορισμού του κατώτατου μισθού μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας
- H περαιτέρω μείωση της φορολογικής επιβάρυνσης των μισθωτών
- Παρεμβάσεις στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών για τον περιορισμό των στρεβλώσεων που διατηρούν τις τιμές σε υψηλά επίπεδα
Παράλληλα, η μελέτη τονίζει ότι η ουσιαστική αύξηση των πραγματικών αποδοχών προϋποθέτει έναν βαθύτερο μετασχηματισμό του παραγωγικού μοντέλου της χώρας, με περισσότερες ποιοτικές και καλύτερα αμειβόμενες θέσεις εργασίας, υψηλότερη παραγωγικότητα και ισχυρότερη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας.
Πηγή: www.newsit.gr
