Μια συνηθισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων, ο συμψηφισμός των ποσών που οφείλουν η μία στην άλλη ως πελάτης και προμηθευτής, μπορεί να οδηγήσει σε σημαντικό «λογαριασμό» από την Εφορία όταν μετά την αφαίρεση των αμοιβαίων απαιτήσεων παραμένει υπόλοιπο άνω των 500 ευρώ χωρίς τραπεζική εξόφληση.
Η Εφορία δέχεται καταρχήν τον λογιστικό συμψηφισμό μεταξύ δύο επιχειρήσεων που συναλλάσσονται ταυτόχρονα ως πελάτες και προμηθευτές, δεν θεωρεί όμως ότι αυτός αρκεί σε κάθε περίπτωση για να αναγνωριστεί φορολογικά ολόκληρη η δαπάνη.
Το όριο των 500 ευρώ παραμένει καθοριστικό. Εάν μετά τον συμψηφισμό απομένει οφειλή μεγαλύτερη από το συγκεκριμένο ποσό, η διαφορά πρέπει να πληρωθεί με τραπεζικό μέσο. Διαφορετικά, η επιχείρηση κινδυνεύει να χάσει την έκπτωση ολόκληρης της σχετικής αγοράς από τα φορολογητέα έσοδά της και όχι μόνο του ανεξόφλητου υπολοίπου.
Το ζήτημα αναδεικνύεται από απόφαση της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, η οποία απέρριψε την προσφυγή επιχείρησης χονδρικού εμπορίου μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων. Η επιχείρηση είχε συναλλαγές με εταιρεία στη Βουλγαρία, η οποία ήταν ταυτόχρονα προμηθευτής και πελάτης της.
Οι αγορές των 111.500 ευρώ
Κατά τα φορολογικά έτη 2021 και 2022, η ελληνική επιχείρηση πραγματοποίησε ενδοκοινοτικές αγορές ύψους 51.500 και 60.000 ευρώ αντίστοιχα, συνολικής αξίας 111.500 ευρώ. Παράλληλα, είχε πραγματοποιήσει πωλήσεις προς την ίδια αλλοδαπή εταιρεία και υποστήριξε ότι οι μεταξύ τους υποχρεώσεις είχαν εξοφληθεί μέσω λογιστικού συμψηφισμού.
Από τα στοιχεία του ελέγχου προέκυψε ότι μετά τον συμψηφισμό παρέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο 35.730,49 ευρώ, για το οποίο δεν είχε πραγματοποιηθεί τραπεζική πληρωμή. Η ΔΕΔ έκρινε ότι ακόμη και εάν γινόταν δεκτή η συμψηφιστική εγγραφή, η ύπαρξη του υπολοίπου άνω των 500 ευρώ ήταν αρκετή για να μην αναγνωριστούν προς έκπτωση οι αγορές των 111.500 ευρώ.
Πρόσθετο πρόβλημα αποτέλεσε το γεγονός ότι η επιχείρηση τηρούσε απλογραφικά βιβλία. Κατά τη ΔΕΔ, η εγγραφή του συμψηφισμού δεν μπορούσε να διασταυρωθεί με ασφάλεια, ενώ δεν είχαν προσκομιστεί επαρκή στοιχεία από την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία που να επιβεβαιώνουν τα υπόλοιπα και την πραγματική διενέργεια της διαδικασίας.
Τι πρέπει να προσέχουν οι επιχειρήσεις
Ας σημειωθεί πως ο συμψηφισμός δεν απαγορεύεται. Όταν δύο επιχειρήσεις έχουν αμοιβαίες απαιτήσεις, μπορούν να τις αφαιρέσουν μεταξύ τους, αρκεί η διαδικασία να αποδεικνύεται από τα λογιστικά βιβλία και τα παραστατικά τους.
Εάν, όμως, μετά τον συμψηφισμό παραμένει διαφορά μεγαλύτερη των 500 ευρώ, αυτή πρέπει να εξοφλείται μέσω τράπεζας, εταιρικής κάρτας, τραπεζικής επιταγής ή άλλου αναγνωρισμένου τραπεζικού μέσου πληρωμής. Ο κανόνας αφορά τις αγορές αγαθών και τη λήψη υπηρεσιών αξίας άνω των 500 ευρώ και έχει στόχο να υπάρχει σαφές και ελέγξιμο ίχνος της συναλλαγής.
Για παράδειγμα, εάν μια επιχείρηση αγοράσει προϊόντα 10.000 ευρώ από προμηθευτή, ο οποίος της οφείλει 8.000 ευρώ, μπορεί να συμψηφίσει τα δύο ποσά. Τα υπόλοιπα 2.000 ευρώ, όμως, πρέπει να καταβληθούν τραπεζικά. Εάν αυτό δεν γίνει, η φορολογική αρχή μπορεί να μην αναγνωρίσει προς έκπτωση ολόκληρη την αγορά των 10.000 ευρώ.
Πηγή: www.newsit.gr
