Στην ανακοίνωση που εξέδωσε η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας παρέπεμψε ο Παύλος Μαρινάκης, απαντώντας τη Δευτέρα (21.09.2026), κατά την ενημέρωση των πολιτικών συντακτών, στο δημοσίευμα του «Βήματος της Κυριακής» για προσωπικά δεδομένα του πρωθυπουργού και άλλων κρατικών αξιωματούχων που εμφανίζονται διαθέσιμα στο Διαδίκτυο.
Ο Παύλος Μαρινάκης υπογράμμισε ότι, σύμφωνα με την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας, τα προσωπικά δεδομένα που εντοπίστηκαν δεν προήλθαν από παραβίαση κρατικού συστήματος ή υποκλοπή, αλλά από τη συγκέντρωση παλαιών, δημοσίως διαθέσιμων ή εθελοντικά κοινοποιημένων στοιχείων. «Κρατάμε το γεγονός ότι δεν έγινε καμία διαρροή», τόνισε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος.
«Δεν έγινε κάποια παραβίαση σε συστήματα ασφαλείας της χώρας»
Επιχειρώντας να διαχωρίσει την έκθεση προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο από ένα περιστατικό κυβερνοεπίθεσης, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επικαλέστηκε τα συμπεράσματα της Αρχής, σύμφωνα με τα οποία δεν προέκυψε ένδειξη παραβίασης δικτύου ή συστήματος κρατικού φορέα ούτε τεκμήριο μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης.
«Το υλικό δεν προέκυψε από παραβίαση συστήματος ή κακόβουλη πρόσβαση σε κρατική δομή, από υποκλοπή. Πρόκειται για συσσώρευση παλαιών, δημοσίως διαθέσιμων ή εθελοντικά κοινοποιημένων στοιχείων», ανέφερε ο κ. Μαρινάκης, μεταφέροντας το περιεχόμενο της ανακοίνωσης της ΕΑΚ.
Όπως εξήγησε, πρόκειται για πληροφορίες που βρίσκονταν διάσπαρτες στο Διαδίκτυο, αρκετές από τις οποίες είναι παλαιές ή έχουν στο μεταξύ αλλάξει. Τα δεδομένα αυτά μπορούν να συγκεντρώνονται από εμπορικές πλατφόρμες, τους λεγόμενους data brokers, οι οποίες αντλούν και συνδυάζουν στοιχεία από παλαιές καταχωρήσεις, δημόσια προφίλ, καταλόγους και δεδομένα τρίτων υπηρεσιών.
«Οι συγκεκριμένες καταγγελίες δεν περιείχαν καμία ουσιαστική νέα πληροφορία που να δικαιολογεί την έναρξη τεχνικής διερεύνησης περιστατικού κυβερνοασφάλειας», σημείωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, επικαλούμενος εκ νέου την Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας.
«Δεν υπήρξε δηλαδή ένδειξη συμβάντος σε δίκτυο ή σύστημα φορέα, ούτε τεκμήριο μη εξουσιοδοτημένης πρόσβασης», πρόσθεσε.
Παύλος Μαρινάκης: «Το φαινόμενο είναι υπαρκτό και παγκόσμιο»
Ο Παύλος Μαρινάκης ξεκαθάρισε, πάντως, ότι η κυβέρνηση δεν υποβαθμίζει τους κινδύνους που προκύπτουν από την ευρεία διαθεσιμότητα και τη συγκέντρωση προσωπικών δεδομένων στο Διαδίκτυο.
«Το φαινόμενο είναι υπαρκτό και παγκόσμιο», ανέφερε, επισημαίνοντας ότι τέτοιου είδους πρακτικές μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε απόπειρες phishing και άλλες μορφές ηλεκτρονικής απάτης.
«Όλα αυτά τα φαινόμενα τα οποία απειλούν τους πολίτες και οδηγούν πολλές φορές σε περιπτώσεις phishing δεν πρέπει να τα υποτιμούμε και γι’ αυτό έχουν ληφθεί μια σειρά από πρωτοβουλίες», τόνισε.
Επανερχόμενος στην ουσία της υπόθεσης, επέμεινε ότι «δεν έγινε κάποια παραβίαση σε συστήματα ασφαλείας της χώρας», προσθέτοντας ότι έχουν γίνει ενέργειες και συστάσεις για αυξημένη προσοχή τόσο προς τους πολίτες όσο και προς κρατικούς αξιωματούχους.
«Εδώ δεν μιλάμε για υπόθεση που παρενέβη κάποιος στο απόρρητο ή υπήρξε κάποια διαρροή πληροφοριών», κατέληξε.
Τι απαντά η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας
Στην ανακοίνωσή της, η Εθνική Αρχή Κυβερνοασφάλειας αναφέρει ότι στις 7 Σεπτεμβρίου 2026 Έλληνες αξιωματούχοι και δημοσιογράφοι έλαβαν μέσω WhatsApp μηνύματα από ιταλικό τηλεφωνικό αριθμό, τα οποία έκαναν λόγο για διαρροή προσωπικών δεδομένων ανώτατων κυβερνητικών στελεχών.
Στον διοικητή της ΕΑΚ, Μιχάλη Μπλέτσα, εστάλησαν τρία screenshots από φερόμενη εφαρμογή συλλογής πληροφοριών, τα οποία αφορούσαν τον ίδιο, τον πρωθυπουργό και τον Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και περιείχαν διευθύνσεις ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και τηλεφωνικούς αριθμούς.
Σύμφωνα με την Αρχή, ο αριθμός κινητού τηλεφώνου που εμφανιζόταν ως «διαρροή» στην περίπτωση του πρωθυπουργού ήταν παλιός και είχε εμφανιστεί σε δημόσια προσβάσιμη ιστοσελίδα ήδη από το 2018. Αντίστοιχα, στην περίπτωση του διοικητή της ΕΑΚ, ορισμένοι από τους αριθμούς που παρουσιάζονταν ανήκαν σε συνεργάτες του, ενώ το κινητό που αποδιδόταν στον ίδιο ήταν επίσης παλιό.
«Το υλικό δεν προέκυψε από παραβίαση συστήματος, από κακόβουλη πρόσβαση σε κρατική υποδομή ή από υποκλοπή», ξεκαθαρίζει η ΕΑΚ, χαρακτηρίζοντάς το προϊόν συσσώρευσης παλαιών, δημοσίως διαθέσιμων ή εθελοντικά κοινοποιημένων δεδομένων.
Η Αρχή επισημαίνει, ωστόσο, ότι η συγκέντρωση τέτοιων πληροφοριών δεν είναι άνευ κινδύνου. Μεταξύ των απειλών που καταγράφει είναι το στοχευμένο phishing, το smishing και το vishing, η προσποίηση ταυτότητας, η αντικατάσταση κάρτας SIM, η μαζική συσχέτιση δεδομένων και το doxxing. Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει όχι τόσο στην ύπαρξη ενός μεμονωμένου τηλεφώνου ή email, αλλά στη δυνατότητα διασύνδεσης αριθμών, προσώπων, ρόλων και σχέσεων, ζήτημα το οποίο, όπως σημειώνει, μπορεί να αγγίζει ακόμη και την εθνική ασφάλεια.
Παράλληλα, η ΕΑΚ συστήνει, μεταξύ άλλων, τον διαχωρισμό των στοιχείων που χρησιμοποιούνται για υπηρεσιακούς, εμπορικούς και αυστηρά προσωπικούς σκοπούς, τη μετάβαση από τα SMS σε ασφαλέστερες μεθόδους ταυτοποίησης για λογαριασμούς υψηλής αξίας και την αφαίρεση παλαιών προσωπικών στοιχείων από διαδικτυακές καταχωρήσεις και data brokers.
Η Αρχή διευκρινίζει, τέλος, ότι η νομιμότητα της εμπορικής αξιοποίησης προσωπικών δεδομένων από τέτοιες πλατφόρμες εμπίπτει στο πεδίο του GDPR και στην αρμοδιότητα της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, ενώ τυχόν ποινικές διαστάσεις αποτελούν αντικείμενο των δικαστικών και αστυνομικών αρχών.
Πηγή: www.newsit.gr
