Η Ρουμανία τα τελευταία χρόνια προοριζόταν να αποτελέσει έναν παράδεισο ανάπτυξης, μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες οικονομίες στην ΕΕ.
Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat, καταγράφει έναν από τους υψηλότερους ρυθμούς πληθωρισμού, από τον περασμένο Μάιο που βρίσκεται αντιμέτωπη με μια πρωτοφανή πολιτική και οικονομική κρίση.
Το διάστημα Μαΐου, Ιουνίου, Ιουλίου ο πληθωρισμός στη Ρουμανία βρέθηκε μια ανάσα από το 10%, για να υποχωρήσει λίγο μέχρι τον Αύγουστο. Από τότε ανεβαίνει συνεχώς, φτάνοντας τον Σεπτέμβριο το 6,7%, ενώ ακολουθούν η Λιθουανία με 6,1% και η Βουλγαρία με 5,6%.
Το άλμα αυτό του πληθωρισμού, ο οποίος σημειώνει διαρκή άνοδο, από τον Μάιο, όταν κατέρρευσε ο κυβερνητικός συνασπισμός, προκαλεί έντονη ανησυχία για το τι μέλλει γενέσθαι και με την οικονομία της Ρουμανίας.
Πολιτική και οικονομική αστάθεια
Ο πρόεδρος Νικουσόρ Νταν δυσκολεύεται να βάλει τέλος σε μια πολιτική κρίση που διαρκεί ήδη πέντε μήνες και η χώρα έχει βυθιστεί στην αβεβαιότητα. Άλλωστε, το κατακερματισμένο κοινοβούλιο καθιστά αδύνατη την εφαρμογή των απαραίτητων μέτρων λιτότητας, προκαλώντας έντονη νευρικότητα στις αγορές.
Το ρουμανικό λέι έχει υποχωρήσει έναντι του ευρώ από την έναρξη της κρίσης, ενώ η χώρα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα δημοσιονομικό έλλειμμα. Η πίεση στην πραγματική οικονομία είναι ήδη ορατή, με το ΑΕΠ να καταγράφει ισχυρή συρρίκνωση 1,9% στο τέλος του 2025 και τον Δείκτη Τιμών Καταναλωτή στη χώρα να μην έχει υποχωρήσει από το ποσοστό του 10% σε ετήσια βάση.
Ως απότοκο των ανωτέρω, και οι τρεις μείζονες διεθνείς Οίκοι Αξιολόγησης Moody’s, Standard & Poor’s και Fitch κατατάσσουν την μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ρουμανίας στην απολύτως τελευταία βαθμίδα πριν την υποβάθμιση σε καθεστώς μη ενδεικνυόμενης για επενδύσεις χώρας (“junk status”) με αρνητική προοπτική.

Έντονη ανησυχία στις ελληνικές εταιρείες
Η Ρουμανία επί μία δεκαετία υπήρξε βάση ανάπτυξης για πολλές ελληνικές επιχειρήσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι εκεί δραστηριοποιούνται εταιρείες όπως οι ΔΕΗ, ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Motor Oil, HELLENiQ ENERGY, Coca-Cola HBC, Jumbo. Kορυφαίες ελληνικές εταιρείες επενδύουν κεφάλαια και μεταφέρουν τεχνογνωσία προς την κατεύθυνση της πράσινης ενεργειακής μετάβασης της Ρουμανίας, μεταξύ αυτών η ΔΕΗ, η METLEN, η HELLENiQ ENERGY κ.ά. Αλλά και στον κατασκευαστικό τομέα, η Ρουμανία έχει καταστεί η σημαντικότερη αγορά εκτός Ελλάδας για τις κατασκευαστικές μας επιχειρήσεις, όπως η AKTOR και η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ.
Η Ρουμανία ήταν ο έκτος σημαντικότερος προορισμός των ελληνικών εξαγωγών, μετά από τις Ιταλία, Γερμανία, Κύπρος, Βουλγαρία και ΗΠΑ. Η ελληνική επενδυτική παρουσία στη Ρουμανία είναι εξαιρετικά δραστήρια και συνεχώς εξελισσόμενη. Η Ελλάδα κατατάσσεται συστηματικά εντός της πρώτης δεκάδας των αλλοδαπών επενδυτών στη Ρουμανία.
Κατά το 2024, καταγράφονται γύρω στις 2.000 ενεργές εταιρείες ελληνικών συμφερόντων στη Ρουμανία, με ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου τα 5,8 δισ. ευρώ, οι οποίες έχουν δημιουργήσει και συντηρούν περίπου τις 20.000 θέσεις εργασίας. Η δραστηριότητα των ελληνικών εταιρειών εντοπίζεται πρωτίστως στους τομείς της ενέργειας, χονδρικού και λιανικού εμπορίου, τηλεπικοινωνιών, δομικών υλικών, ανάπτυξης ακινήτων και υποδομών, τροφίμων και ποτών, τραπεζικών δραστηριοτήτων, φαρμακευτικών προϊόντων και ιατρικών υπηρεσιών, καθώς και τεχνολογίας της πληροφορίας & ψηφιακής μετάβασης.
Οι ελληνικές εταιρείες συμμετέχουν, επίσης, συστηματικά, σε δημόσιους διαγωνισμούς αναθέσεων έργων και κρατικών προμηθειών, στο πλαίσιο του Εθνικού Σχεδίου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Ωστόσο, πλέον, με τον πληθωρισμό να κάνει άλματα ανόδου, δημιουργείται έντονη ανησυχία στις ελληνικές επιχειρήσεις με ρουμανικό ενδιαφέρον. Το μέλλον διαγράφεται δυσοίωνο και αυτό επιβεβαιώνουν τα πρώτα στοιχεία των εταιρειών που δραστηριοποιούνται στη ρουμανική αγορά.


Σημειώνουν απώλειες
Για παράδειγμα, στην Jumbo, οι πωλήσεις στη Ρουμανία μειώθηκαν −7% στο πρώτο τετράμηνο, όταν την ίδια περίοδο στην Ελλάδα ήταν αυξημένες κατά 7% και στη Βουλγαρία κατά 9%. Η Coca-Cola HBC έχει κατατάξει τη χώρα στη λίστα των ρυθμιστικών κινδύνων. Και στον Ομιλo Fourlis, η ρουμανική αγορά έχει αναδειχθεί στον βασικό πονοκέφαλο της χρονιάς.
Από την άλλη, η Ρουμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με την απώλεια περίπου 770 εκατ. ευρώ από τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς δεν κατάφερε να εγκρίνει τον ενιαίο νόμο για τις μισθολογικές δαπάνες του δημόσιου τομέα.
Μια εξέλιξη που εγείρει σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη δέσμευση της Ρουμανίας να προχωρήσει σε δύσκολες μεταρρυθμίσεις και να διατηρήσει την προσπάθεια περιορισμού του δημοσιονομικού ελλείμματος.
Η συνεχώς αυξανόμενη άνοδος του πληθωρισμού και η γενικότερη οπικονομική αστάθεια στη Ρουμανία κάνει τις επιχειρήσεις να ανησυχούν όχι μόνο γιατί παρεμποδίζει την αναπτυξιακή στρατηγική τους, αλλά και γιατί έχουν αρχίσει να διαφαίνονται οι πρώτες απώλειες.
