Κυριακή, 25 Οκτωβρίου, 2026
ΑρχικήΟΙΚΟΝΟΜΙΑΝτίζελ: Τι κερδίζει η Ρωσία από τη «στροφή» Τραμπ και οι προκλήσεις...

Ντίζελ: Τι κερδίζει η Ρωσία από τη «στροφή» Τραμπ και οι προκλήσεις για την ΕΕ

Νέες δυνατότητες ενίσχυσης των ρωσικών ενεργειακών εσόδων έχει δημιουργήσει η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να χαλαρώσει προσωρινά τους περιορισμούς στις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ (πετρέλαιο κίνησης), την ώρα που η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί τις κυρώσεις της απέναντι στη Μόσχα και εξακολουθεί να αντιμετωπίζει αυξημένο κόστος εφοδιασμού με καύσιμα, λόγω των περιορισμένων αποθεμάτων και των διαταραχών στις διεθνείς αγορές.

Η διαφορετική στάση ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης απέναντι στη Ρωσία αναδεικνύει πλέον και μια οικονομική διάσταση, καθώς οι ρωσικές επιχειρήσεις αποκτούν τη δυνατότητα να περιορίσουν ορισμένα κόστη στις εξαγωγές πετρελαϊκών προϊόντων, ενώ οι ευρωπαϊκές οικονομίες παραμένουν εξαρτημένες από εναλλακτικούς προμηθευτές ντίζελ, σε μια περίοδο κατά την οποία οι υψηλές τιμές επιβαρύνουν τις μεταφορές, τη βιομηχανία και την παραγωγή.

Στις 9 Οκτωβρίου ο Ντόναλντ Τραμπ ανακοίνωσε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για την αύξηση της διαθεσιμότητας ρωσικού ντίζελ στις διεθνείς αγορές, με την αμερικανική κυβέρνηση να προχωρά σε προσωρινή χαλάρωση των σχετικών κυρώσεων.

Η συμφωνία προβλέπει, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Αμερικανού προέδρου, την άμεση διάθεση 300.000 μετρικών τόνων ντίζελ, που αντιστοιχούν σε περίπου 2,25 εκατ. βαρέλια, επιπλέον 500.000 τόνων τον Νοέμβριο και άλλου 1 εκατ. τόνων στη συνέχεια.

Η αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται στις θαλάσσιες μεταφορές, καθώς, σύμφωνα με στοιχεία της LSEG που επικαλείται το Reuters, δεξαμενόπλοιο με 40.000 τόνους ρωσικού ντίζελ αναχώρησε από το λιμάνι Πριμόρσκ στις 22 Οκτωβρίου με προορισμό τη Νέα Υόρκη και αναμενόμενη άφιξη στις 7 Νοεμβρίου.

Πόσα μπορεί να κερδίσει η Ρωσία

Το μεγαλύτερο οικονομικό όφελος για τη Μόσχα δεν συνδέεται απαραίτητα με την πώληση περισσότερων ποσοτήτων ντίζελ, αλλά με τη δυνατότητα να πραγματοποιεί τις εξαγωγές της με ευνοϊκότερους όρους.

Σύμφωνα με ανάλυση του Carnegie Endowment for International Peace (ένα από τα πλέον επιδραστικά think tanks στις ΗΠΑ), η συμφωνία θα μπορούσε θεωρητικά να αντιστοιχεί σε πωλήσεις ντίζελ αξίας περίπου 7 δισ. δολαρίων σε διάστημα έξι μηνών, εφόσον διατεθούν περίπου 5 εκατ. τόνοι στις σημερινές τιμές.

Ωστόσο, το ποσό αυτό δεν αποτελεί πρόσθετο κέρδος για τη Ρωσία, καθώς μεγάλο μέρος των συγκεκριμένων ποσοτήτων θα μπορούσε να εξαχθεί ούτως ή άλλως, ακόμη και με τις προηγούμενες κυρώσεις. Η ουσιαστική οικονομική διαφορά προκύπτει από τη μείωση των εκπτώσεων που ενδέχεται να χρειάζεται να προσφέρουν οι ρωσικές εταιρείες στους αγοραστές, καθώς και από το χαμηλότερο κόστος μεταφοράς και εμπορίας των καυσίμων.

Στο ευνοϊκότερο σενάριο, σύμφωνα με την ανάλυση του Carnegie, η Ρωσία θα μπορούσε να αποκομίσει πρόσθετο οικονομικό όφελος περίπου 30 έως 40 δολαρίων ανά τόνο ντίζελ, ποσό που αντιστοιχεί σε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια μηνιαίως και όχι σε δισεκατομμύρια πρόσθετων εσόδων.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του οφέλους θα κατευθυνόταν αρχικά στις επιχειρήσεις που πραγματοποιούν τις εξαγωγές, με το ρωσικό Δημόσιο να επωφελείται έμμεσα μέσω της φορολόγησης των αυξημένων εταιρικών κερδών.

Παράλληλα, η χαλάρωση των αμερικανικών περιορισμών διευρύνει τις δυνατότητες χρήσης πλοίων εκτός του λεγόμενου «σκιώδους στόλου» της Ρωσίας, μειώνοντας δυνητικά τις σχετικές δαπάνες, αν και οι ευρωπαϊκές κυρώσεις εξακολουθούν να περιορίζουν τη συμμετοχή πλοιοκτητών της ΕΕ στις συγκεκριμένες μεταφορές.

Οι απώλειες της Ευρώπης

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατηρεί την απαγόρευση εισαγωγής ρωσικών πετρελαϊκών προϊόντων, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Φεβρουάριο του 2023, επιδιώκοντας να περιορίσει τα ενεργειακά έσοδα της Μόσχας που μπορούν να στηρίξουν τη χρηματοδότηση του πολέμου στην Ουκρανία.

Όπως επισημαίνεται σε ανάλυση του CNBC, η απόφαση αυτή έχει μεταβάλει σημαντικά τις εμπορικές ροές, καθώς οι ευρωπαϊκές οικονομίες έχουν στραφεί σε προμηθευτές από τις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή και άλλες αγορές, την ώρα που το ρωσικό ντίζελ κατευθύνεται κυρίως σε χώρες όπως η Τουρκία και η Βραζιλία.

Σύμφωνα με ανάλυση του πολωνικού Κέντρου Ανατολικών Σπουδών (OSW), τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια μπορούν να καλύπτουν περίπου το 90% έως 95% της εγχώριας ζήτησης ντίζελ, ωστόσο οι εισαγωγές από χώρες εκτός ΕΕ αντιστοιχούσαν περίπου στο 18% της κατανάλωσης κατά το πρώτο εξάμηνο του 2026.

Η ανάγκη εξωτερικού εφοδιασμού αποκτά ιδιαίτερη σημασία λόγω της περιορισμένης παραγωγικής δυνατότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας διύλισης, καθώς από το 2009 έχουν κλείσει περίπου 30 από τα 100 διυλιστήρια της ηπείρου, ενώ η συνολική δυναμικότητα επεξεργασίας έχει μειωθεί περίπου κατά 21%, σύμφωνα με το OSW.

Την ίδια στιγμή, η αλλαγή των τύπων αργού πετρελαίου που χρησιμοποιούν τα ευρωπαϊκά διυλιστήρια, μετά τον περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών, έχει επηρεάσει την παραγωγή πετρελαϊκών προϊόντων, περιορίζοντας τη δυνατότητα ενίσχυσης της προσφοράς ντίζελ.

Το αποτέλεσμα είναι η ευρωπαϊκή αγορά να παραμένει περισσότερο εκτεθειμένη στις διεθνείς διαταραχές του εφοδιασμού και στις μεταβολές των τιμών, χωρίς όμως να μπορεί να αποδοθεί το σύνολο των σημερινών αυξήσεων αποκλειστικά στις κυρώσεις κατά της Ρωσίας.

Η απειλή Τραμπ και τα ευρωπαϊκά αποθέματα

Η κατάσταση περιπλέκεται από την αμερικανική πίεση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να αξιοποιήσουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου και ντίζελ, προκειμένου να περιοριστούν οι τιμές στην παγκόσμια αγορά.

Σύμφωνα με το Reuters, η Ουάσιγκτον είχε προειδοποιήσει τη Γαλλία και τη Γερμανία ότι ενδεχόμενη άρνησή τους να αποδεσμεύσουν αποθέματα θα μπορούσε να οδηγήσει σε περιορισμούς των αμερικανικών εξαγωγών ντίζελ. Η προοπτική αυτή δημιουργούσε πρόσθετο κίνδυνο για την Ευρώπη, καθώς οι ΗΠΑ έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό προμηθευτή πετρελαϊκών προϊόντων μετά τον περιορισμό των εισαγωγών από τη Ρωσία.

Στις 2 Οκτωβρίου, οι χώρες της G7 συμφώνησαν στην αποδέσμευση συνολικά 100 εκατ. βαρελιών ντίζελ και αργού πετρελαίου από τα έκτακτα αποθέματα, ενώ ο Τραμπ απέσυρε την απειλή απαγόρευσης των αμερικανικών εξαγωγών diesel.

Η κίνηση αυτή αποσκοπούσε στον περιορισμό των πιέσεων στην προσφορά, χωρίς όμως να αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες των ελλείψεων στην παγκόσμια αγορά καυσίμων.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η αξιοποίηση των αποθεμάτων μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση στις τιμές, αλλά ταυτόχρονα μειώνει τα διαθέσιμα αποθέματα ασφαλείας που ενδέχεται να χρειαστούν σε περίπτωση νέων διαταραχών στον εφοδιασμό.

Μικρό το όφελος για τις διεθνείς τιμές

Παρά την απόφαση Τραμπ για τη συμφωνία με τη Ρωσία, οι αναλυτές δεν αναμένουν ότι οι επιπλέον ρωσικές ποσότητες θα οδηγήσουν από μόνες τους σε σημαντική και διατηρήσιμη αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών ντίζελ.

Οι ποσότητες που προβλέπει η συμφωνία θεωρούνται περιορισμένες σε σχέση με το μέγεθος της παγκόσμιας αγοράς και τις ελλείψεις που έχουν δημιουργηθεί από τις διαταραχές στην παραγωγή και στις μεταφορές καυσίμων, σύμφωνα με το Reuters.

Το Carnegie εκτιμά ότι η παγκόσμια κατανάλωση diesel ανέρχεται περίπου σε 120 εκατ. τόνους μηνιαίως, εκ των οποίων περίπου 30 εκατ. τόνοι διακινούνται στο διεθνές εμπόριο.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι 300.000 τόνοι που προβλέπεται να διατεθούν αρχικά από τη Ρωσία δεν αρκούν για να αλλάξουν ουσιαστικά τις συνθήκες της παγκόσμιας αγοράς, ενώ η ανάλυση επισημαίνει ότι οι ρωσικές εξαγωγές πραγματοποιούνταν ήδη σε σημαντικό βαθμό μέσω άλλων προορισμών.

Η S&P Global έχει με τη σειρά της επισημάνει τις έντονες πιέσεις στην ευρωπαϊκή αγορά ντίζελ, με τις τιμές φυσικής παράδοσης να έχουν προσεγγίσει ή καταγράψει ιστορικά υψηλά τον Σεπτέμβριο, λόγω της περιορισμένης προσφοράς, των χαμηλών αποθεμάτων και των προβλημάτων στις διεθνείς ενεργειακές ροές.

Το οικονομικό δίλημμα για την ΕΕ

Η διατήρηση των κυρώσεων από την ΕΕ, την ώρα που οι ΗΠΑ επιτρέπουν προσωρινά ορισμένες εμπορικές συναλλαγές με ρωσικό ντίζελ, δημιουργεί διαφορετικές συνθήκες για τις δύο πλευρές του Ατλαντικού.

Για τη Μόσχα, η αμερικανική απόφαση μπορεί να περιορίσει το κόστος εξαγωγών και να ενισχύσει τα περιθώρια κέρδους των ενεργειακών επιχειρήσεων, χωρίς όμως να έχει ακόμη αποδειχθεί ότι θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των συνολικών ρωσικών εσόδων.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η παραμονή των κυρώσεων συνεπάγεται τη διατήρηση των περιορισμών στις αγορές ρωσικών καυσίμων και της ανάγκης προμήθειας ντίζελ από άλλους παραγωγούς, σε μια αγορά όπου η διαθεσιμότητα παραμένει περιορισμένη.

Παράλληλα, η πιθανή αποκλιμάκωση των διεθνών τιμών από την αύξηση της παγκόσμιας προσφοράς θα μπορούσε να ωφελήσει και τις ευρωπαϊκές οικονομίες, ακόμη και χωρίς απευθείας εισαγωγές ρωσικού diesel.

Η ουσιαστική οικονομική διαφορά βρίσκεται επομένως ανάμεσα στα πιθανά πρόσθετα έσοδα των ρωσικών εξαγωγικών επιχειρήσεων και στο κόστος διατήρησης ενός πιο περιορισμένου και ευάλωτου συστήματος εφοδιασμού για την Ευρώπη, με την τελική επίπτωση στις τιμές και στα δημόσια οικονομικά να εξαρτάται από τις ποσότητες που θα διατεθούν πραγματικά και την εξέλιξη της ενεργειακής κρίσης.

Πηγή: www.newsit.gr

RELATED ARTICLES

Most Popular