«Κανόνι» σε κολοσσό πολυτέλειας ταράζει το παγκόσμιο λιανεμπόριο. Η αμερικανική αλυσίδα πολυκαταστημάτων Saks Global, ιδιοκτήτρια των Saks Fifth Avenue, Neiman Marcus και Bergdorf Goodman, υπέβαλε αίτηση πτώχευσης καθώς είναι βαρια χρεωμένη. Η εταιρεία, η οποία διαθέτει καταστήματα σε όλες τις Ηνωμένες Πολιτείες, ανακοίνωσε ότι τα καταστήματά της θα παραμείνουν ανοιχτά, σύμφωνα με το Reuters.
Η εταιρεία η οποία δεν είχε πληρώσει ορισμένους από τους προμηθευτές της – μεγάλα, πολυτελή brands – για αρκετούς μήνες, ανακοίνωσε ότι υπέβαλε οικειοθελώς αίτηση πτώχευσης βάσει του Άρθρου 11 σε δικαστήριο του Τέξας. Η αλυσίδα πολυκαταστημάτων Saks, με 17.000 υπαλλήλους, έχει δεσμευτεί να «τιμήσει όλα τα προγράμματα πελατών, να πραγματοποιήσει μελλοντικές πληρωμές προς τους προμηθευτές και να διατηρήσει τις πληρωμές μισθοδοσίας και παροχών των εργαζομένων».
Δήλωσε ακόμα ότι έχει εξασφαλίσει χρηματοδότηση περίπου 1,75 δισ. δολαρίων από τους πιστωτές της. Με την επιφύλαξη της έγκρισης του δικαστηρίου, αυτό το σχέδιο χρηματοδότησης «θα παρέχει την απαραίτητη ρευστότητα για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων.
Σε ποιους χρωστάει
Στους ακάλυπτους πιστωτές της Saks Global συγκαταλέγονται ορισμένα από τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας πολυτελούς μόδας.
Πρώτη στη λίστα εμφανίζεται η Chanel, με οφειλές που φτάνουν τα 136 εκατ. δολάρια, ενώ ακολουθεί ο όμιλος Kering, ιδιοκτήτης της Gucci, με απαιτήσεις ύψους 60 εκατ. δολαρίων. Παρούσα είναι και η LVMH, ο μεγαλύτερος όμιλος ειδών πολυτελείας διεθνώς, με ακάλυπτη απαίτηση 26 εκατ. δολαρίων, σύμφωνα με τα δικαστικά έγγραφα.

Συνολικά, η Saks Global εκτιμά ότι έχει από 10.001 έως 25.000 πιστωτές, στοιχείο που αποτυπώνει το εύρος της κρίσης. Ο γαλλικός όμιλος Kering, που εδρεύει στο Παρίσι και ελέγχει μεταξύ άλλων τις Yves Saint Laurent και Balenciaga, αρνήθηκε να σχολιάσει, ενώ Chanel, LVMH και Richemont δεν απάντησαν σε αιτήματα για δήλωση.
Όπως σημειώνει ο αναλυτής Ladd, η εξέλιξη αυτή επιταχύνει μια ήδη διαμορφωμένη τάση στον κλάδο: οι οίκοι πολυτελείας περιορίζουν την εξάρτησή τους από τα πολυκαταστήματα, μειώνουν την έκθεσή τους στο χονδρικό εμπόριο και στρέφονται ολοένα περισσότερο στα ιδιόκτητα κανάλια πωλήσεων και στις επιλεκτικές συνεργασίες.
Η πτώχευση ήρθε έναν χρόνο μετά τη συγχώνευση
Η εταιρεία υπέβαλε αίτηση πτώχευσης, μόλις ένα χρόνο μετά τη συγχώνευση με τη Neiman Marcus το 2024. Το σχέδιο πίσω από τη συγχώνευση των 2,7 δισεκατομμυρίων δολαρίων ήταν να δημιουργηθεί ένα πολυτελές μεγαθήριο, ενώ η εξοικονόμηση κόστους από τη συμφωνία αναμενόταν να βοηθήσει την Saks να βγει από ένα βαθύτερο κενό καθυστερημένων πληρωμών προς τους προμηθευτές.
Στις αρχές του Ιανουαρίου, ο Marc Metrick παραιτήθηκε από τη θέση του διευθύνοντα συμβούλου και παρέδωσε τα ηνία της εταιρείας στον Richard Baker, εκτελεστικό πρόεδρο της Saks Global. Ωστόσο, σε λιγότερο από δύο εβδομάδες παραιτήθηκε και αυτός.
Ένα luxury brand 158 ετών
Το εμβληματικό κατάστημα Saks Fifth Avenue ιδρύθηκε το 1867 από τον πρωτοπόρο του λιανεμπορίου Andrew Saks, φιλοξενώντας διαχρονικά οίκους όπως Chanel, Brunello Cucinelli και Burberry. Η λάμψη, ωστόσο, δεν στάθηκε αρκετή για να ανακόψει τις οικονομικές πιέσεις.


Στα ράφια της Saks Fifth Avenue, της Neiman Marcus και της Bergdorf Goodman, ο όμιλος Saks Global είχε συγκεντρώσει όλη την «αφρόκρεμα» της παγκόσμιας πολυτέλειας, με συλλογές από κορυφαίους οίκους όπως οι Chanel, Prada, Gucci, Burberry, Saint Laurent, Balmain, Alexander McQueen, Brunello Cucinelli, αλλά και brands υψηλής ζήτησης σε παπούτσια και αξεσουάρ όπως οι Christian Louboutin, Jimmy Choo και The Row.
Παράλληλα, στον τομέα της ομορφιάς, τα καταστήματα φιλοξενούσαν premium καλλυντικά από ονόματα όπως La Prairie, Sisley-Paris και Charlotte Tilbury.
Η χρεοκοπία της εμβληματικής εταιρείας πολυτέλειας Saks Global αποτελεί ηχηρό καμπανάκι για ολόκληρο τον κλάδο της μόδας.
Πηγή: www.newsit.gr
