Έφυγαν από το Ιράν πριν από 25 χρόνια, με ένα παιδί επτά ετών στην αγκαλιά και μια ζωή που κατέρρεε πίσω τους. Σήμερα ζουν στη Θεσσαλονίκη, μιλούν ελληνικά, εργάζονται, έχουν οικογένεια αλλά η πατρίδα τους δεν έφυγε ποτέ από μέσα τους. Ο πατέρας, πρώην δημοσιογράφος και φωτορεπόρτερ, και η κόρη του Γιασμίν, περιγράφουν στο attikiola.gr πώς λειτουργεί ένα καθεστώς που στηρίζεται στον φόβο, στους ρουφιάνους και στη βία, αλλά και τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στους δρόμους του Ιράν. Ο πατέρας της Γιασμίν εργαζόταν ως δημοσιογράφος και φωτορεπόρτερ στην πόλη Ραστ, κοντά στην Κασπία Θάλασσα. Παράλληλα οδηγούσε ταξί για να συμπληρώνει το εισόδημά του. Η δουλειά του στον Τύπο ήταν αυτή που τον έβαλε στο στόχαστρο. Όπως λέει, στο Ιράν «δεν μπορούσες να γράψεις τίποτα χωρίς να το ελέγχουν οι αρχές». Ένα ρεπορτάζ που δεν άρεσε στο καθεστώς ήταν αρκετό για να ξεκινήσουν οι πιέσεις, οι απειλές και τελικά ο φόβος για τη ζωή του.
Μέσα από τη μαρτυρία του σκιαγραφείται και η καθημερινότητα των γυναικών στο Ιράν. «Οι γυναίκες υποφέρουν. Δεν μπορούν να πάνε ούτε στο δικαστήριο όπως οι άντρες, δεν έχουν δικαίωμα ψήφου, πολλές οικογένειες δεν αφήνουν τα κορίτσια να σπουδάσουν. Είναι πολύ δύσκολο να πάρει μια γυναίκα διαζύγιο. Δεν μπορεί να κυκλοφορεί χωρίς την “σωστή” ενδυμασία. Από την πρώτη δημοτικού το σώμα πρέπει να είναι καλυμμένο. Δεν μπορεί να χορέψει, να τραγουδήσει δημόσια, να ζήσει ελεύθερα». Οι λόγοι που τους ανάγκασαν να φύγουν οριστικά από τη χώρα ήταν πολλοί, αλλά καθοριστικός ήταν ο φόβος. Ο ίδιος περιγράφει μια στιγμή που, όπως λέει, τον έκανε να καταλάβει ότι δεν υπήρχε επιστροφή.
«Όταν πήρα το ταξί, η αστυνομία μου ζήτησε να γίνω ρουφιάνος του κράτους. Να τους λέω τι συζητάει ο κόσμος μέσα στο ταξί. Θα μου έδιναν όπλο και λεφτά. Έτσι κρατιέται αυτό το κράτος: με ρουφιάνους. Υπάρχουν παντού. Αυτό που λέτε κι εσείς, “και οι τοίχοι έχουν αυτιά”, εκεί ταιριάζει απόλυτα».Για την οικογένεια, όμως, υπήρχε και κάτι ακόμη: η μικρή Γιασμίν. Δεν ήθελαν να μεγαλώσει μέσα σε αυτό το σύστημα, να βιώσει την καταπίεση που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες. Έτσι, πήραν την απόφαση της φυγής. Σήμερα, η Γιασμίν, που έφυγε από το Ιράν επτά ετών, περιγράφει με τρόμο όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στη χώρα. Όπως λέει, μέσα στις διαδηλώσεις υπάρχουν άτομα που βιντεοσκοπούν τους διαδηλωτές, ώστε στη συνέχεια η αστυνομία να τους ταυτοποιεί και να τους συλλαμβάνει. «Υπάρχει απαγόρευση κυκλοφορίας. Ο στρατός κυκλοφορεί με όπλα και από μεγάφωνα προειδοποιούν τον κόσμο να μείνει στα σπίτια του, αλλιώς θα τους πυροβολήσουν».

Για περισσότερο από μία εβδομάδα, η επικοινωνία με τους συγγενείς τους έχει σχεδόν κοπεί. «Εδώ και επτά ημέρες δεν μπορούμε να μιλήσουμε μαζί τους. Το ίντερνετ έχει πέσει, ούτε από σταθερά τηλέφωνα μπορείς να επικοινωνήσεις. Σε πολλές περιοχές κόβουν και το ρεύμα, ανεβαίνουν στις ταράτσες και ξηλώνουν τα δορυφορικά πιάτα. Είναι πλήρης συσκότιση και απομόνωση». Οι καταγγελίες που φτάνουν από το Ιράν είναι σοκαριστικές. Σύμφωνα με τη Γιασμίν, πάνω από 10.000 άνθρωποι έχουν συλληφθεί, ενώ οι νεκροί δεν παραδίδονται στις οικογένειές τους. «Τους κρατούν σε σακούλες μέσα σε αποθήκες. Για να δώσουν τις σορούς ζητούν περίπου 15.000 ευρώ, ποσό τεράστιο για τους Ιρανούς ή να υπογράψουν ότι ο νεκρός συγγενής ήταν παρακρατικός και σκοτώθηκε από διαδηλωτές. Υπάρχουν καταγγελίες ότι οι αστυνομικοί χλευάζουν τους συγγενείς και τους ζητούν να πάνε με γλυκά για να παραλάβουν τα σώματα».
Οι τελευταίες διαδηλώσεις, όπως εξηγούν, ξεκίνησαν αυτή τη φορά από τους εμπόρους και τους μαγαζάτορες. Οι μισθοί παραμένουν ίδιοι, ενώ οι τιμές έχουν εκτοξευθεί. Ο βασικός μισθός, όπως λέει ο πατέρας της Γιασμίν, είναι περίπου 200 ευρώ. «Ούτε κρέας δεν μπορούν να αγοράσουν». Η κοινωνία ήταν τόσο καταπιεσμένη που δεν χρειαζόταν μεγάλη αφορμή για να ξεχυθεί στους δρόμους. «Όταν φτάνεις στο σημείο να έχεις χάσει τα πάντα, δεν φοβάσαι πια. Θέλουν την ελευθερία και τις ζωές τους πίσω». Η ίδια μιλά με αγωνία για την οικογένειά της που έχει μείνει πίσω. «Τελευταία φορά που μίλησα με την ξαδέρφη μου ήταν πριν οκτώ ημέρες. Μου είπαν να μην μιλάμε καν. Το μόνο που πρόλαβε να μου πει είναι ότι είναι καλά. Κυριαρχεί ο φόβος». Επικαλείται ακόμη πληροφορίες για παιδιά 10 και 12 ετών που φέρεται να μιμήθηκαν τους διαδηλωτές και πυροβολήθηκαν από τον στρατό. «Προσεύχομαι να είναι φήμες, αλλά φοβάμαι ότι είναι αλήθεια. Αυτοί που κυκλοφορούν έξω και σκοτώνουν δεν είναι καν Ιρανοί, είναι από τη Συρία και το Ιράκ».
Στη Θεσσαλονίκη, η Γιασμίν προσπαθεί σήμερα να ζήσει μια ζωή που στο Ιράν θα της ήταν απαγορευμένη. Μαζί με τον Έλληνα σύζυγό της, το παιδί τους και τους γονείς της, έχει στήσει ένα μικρό καταφύγιο κανονικότητας και ασφάλειας, μακριά από την καταπίεση και τον διαρκή φόβο που στιγμάτισε τα παιδικά της χρόνια. Είναι μια καθημερινότητα που χτίστηκε πάνω στον ξεριζωμό, αλλά και στην ελπίδα ότι η ελευθερία μπορεί τελικά να ριζώσει. Η αδελφή της, που επίσης έφυγε από το Ιράν σε μικρή ηλικία, ολοκλήρωσε τις σπουδές της στην Κρήτη και ζει εκεί με τον σύντροφό της, προσπαθώντας κι εκείνη να χαράξει μια ζωή μακριά από το καθεστώς που καθόρισε τη μοίρα της οικογένειας. Παρότι η Ελλάδα τους πρόσφερε ασφάλεια, το βλέμμα τους παραμένει στραμμένο στο Ιράν, στους συγγενείς και στους φίλους που έμειναν πίσω, εγκλωβισμένοι σε μια χώρα που βυθίζεται ξανά στο σκοτάδι. Με λυγμούς, η Γιασμίν λέει στο attikiola.gr ότι νιώθει τυχερή που δεν χρειάστηκε να μεγαλώσει μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, να βιώσει στο πετσί της όσα σήμερα περιγράφουν οι γυναίκες και τα παιδιά που ζουν ακόμη εκεί. Για εκείνη, όμως, το πρόσωπο που συμβολίζει αυτή τη διαφυγή και αυτή την ελευθερία είναι ένα. «Ο ήρωάς μου είναι ο μπαμπάς μου», καταλήγει, δείχνοντας τον άνθρωπο που ρίσκαρε τα πάντα για να της χαρίσει μια διαφορετική ζωή.
Πηγή: www.diaforetiko.gr
