Μια παρατεταμένη εισοδηματική απώλεια υφίστανται περίπου 1,3 εκατομμύρια δικαιούχοι επικουρικών συντάξεων, οι οποίοι παραμένουν χωρίς γενικές αυξήσεις εδώ και 16 χρόνια, παρά τη συνεχή άνοδο του κόστους ζωής.
Το πάγωμα των γενικών αναπροσαρμογών και αυξήσεων ανάγεται στο 2010, στην έναρξη της μνημονιακής περιόδου, ενώ το 2012 θεσπίστηκε ο μηχανισμός που συνδέει την εξέλιξη των επικουρικών συντάξεων με την οικονομική κατάσταση του ασφαλιστικού φορέα.
Από το 2023, μάλιστα, η διαφορά αντιμετώπισης ανάμεσα στις κύριες και τις επικουρικές συντάξεις έχει γίνει ιδιαίτερα αισθητή. Οι πρώτες αυξάνονται κάθε χρόνο, ενώ οι δεύτερες παραμένουν εκτός του μηχανισμού ετήσιας αναπροσαρμογής.
Σύμφωνα με δημοσιευμένα στοιχεία και αναλύσεις, κατά την τετραετία 2023–2026, οι κύριες συντάξεις αυξήθηκαν σωρευτικά κατά περίπου 16,4%.
- 7,75% το 2023,
- 3% το 2024
- 2,4% το 2025 και
- 2,4% το 2026.
Αντίθετα, οι επικουρικές παρέμειναν χωρίς γενικές αυξήσεις. Έτσι, το ποσοστό ενίσχυσης του συνολικού συνταξιοδοτικού εισοδήματος ήταν σημαντικά χαμηλότερο.
Για τους συνταξιούχους που στηρίζονται σε δύο συνταξιοδοτικές παροχές για να καλύψουν τις ανάγκες τους, αυτό σημαίνει ότι ένα σημαντικό τμήμα του μηνιαίου εισοδήματός τους παραμένει καθηλωμένο, την ώρα που οι τιμές αγαθών και υπηρεσιών αυξάνονται.
Παραδείγματα για τις εισοδηματικές απώλειες
Τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα που παραθέτουμε παρακάτω αποκαλύπτουν το πραγματικό κόστος που υφίστανται οι συνταξιούχοι από το «πάγωμα» των επικουρικών συντάξεων.
- Πρώτο παράδειγμα – Χαμηλοσυνταξιούχος: Συνταξιούχος που στο τέλος του 2022 λάμβανε κύρια σύνταξη 800 ευρώ και επικουρική 150 ευρώ είχε συνολικό μηνιαίο εισόδημα 950 ευρώ. Με τις αυξήσεις της τετραετίας, η κύρια σύνταξή του διαμορφώνεται περίπου στα 931,55 ευρώ, ενώ η επικουρική παραμένει στα 150 ευρώ. Συνεπώς, το συνολικό εισόδημά του φτάνει τα 1.081,55 ευρώ, αυξημένο κατά 131,55 ευρώ ή 13,85%. Αν είχε αυξηθεί και η επικουρική κατά το ίδιο ποσοστό, θα εισέπραττε επιπλέον 24,67 ευρώ τον μήνα ή 296 ευρώ τον χρόνο.
- Δεύτερο παράδειγμα – Συνταξιούχος με μεσαία σύνταξη: Ασφαλισμένος που λάμβανε κύρια σύνταξη 1.200 ευρώ και επικουρική 250 ευρώ είχε συνολικό εισόδημα 1.450 ευρώ. Με τις αυξήσεις μόνο στην κύρια, το συνολικό μηνιαίο ποσό διαμορφώνεται περίπου στα 1.647,33 ευρώ. Η αύξηση ανέρχεται σε 197,33 ευρώ ή 13,61%. Εάν αναπροσαρμοζόταν και η επικουρική, θα κέρδιζε επιπλέον 41,11 ευρώ τον μήνα, δηλαδή περίπου 493 ευρώ ετησίως.
- Τρίτο παράδειγμα – Συνταξιούχος με υψηλότερες αποδοχές: Συνταξιούχος με κύρια σύνταξη 1.800 ευρώ και επικουρική 400 ευρώ είχε αρχικό συνολικό εισόδημα 2.200 ευρώ. Μετά τις αυξήσεις της περιόδου 2023–2026, η κύρια σύνταξη φτάνει περίπου στα 2.096 ευρώ, ενώ η επικουρική παραμένει στα 400 ευρώ. Το συνολικό εισόδημα διαμορφώνεται στα 2.496 ευρώ, με αύξηση περίπου 13,45%. Αν αυξανόταν και η επικουρική, θα εισέπραττε επιπλέον 65,78 ευρώ τον μήνα ή περίπου 789 ευρώ τον χρόνο.
Πρόσθετη απώλεια και λόγω πληθωρισμού
Η απώλεια αγοραστικής δύναμης λόγω πληθωρισμού είναι ένα επιπλέον πρόβλημα. Για να γίνει κατανοητό το μέγεθός της, εάν υποθέσουμε ενδεικτικά ότι οι τιμές είχαν αυξηθεί σωρευτικά κατά 20% στο ίδιο διάστημα, ο πρώτος συνταξιούχος θα χρειαζόταν 1.140 ευρώ τον μήνα για να διατηρήσει την αρχική αγοραστική του δύναμη, ο δεύτερος 1.740 ευρώ και ο τρίτος 2.640 ευρώ. Σε σύγκριση με τα ποσά που πράγματι θα λάμβαναν στα παραδείγματα, θα προέκυπταν μηνιαία ελλείμματα αγοραστικής δύναμης 58,45 ευρώ, 92,67 ευρώ και 144 ευρώ αντίστοιχα.
Τα παραδείγματα αναδεικνύουν ότι η μη αναπροσαρμογή των επικουρικών περιορίζει τη συνολική εισοδηματική ενίσχυση των συνταξιούχων και δυσκολεύει την αντιστάθμιση της ακρίβειας.
Από πότε ακριβώς παραμένουν παγωμένες οι επικουρικές
Η αφετηρία του προβλήματος βρίσκεται στο 2010, όταν ξεκίνησε η περίοδος των δημοσιονομικών προσαρμογών και των αλλεπάλληλων παρεμβάσεων στο ασφαλιστικό σύστημα.
Ακολούθησαν μειώσεις στις επικουρικές συντάξεις, με ιδιαίτερα σημαντικές παρεμβάσεις το 2012 και το 2016.
Με τον νόμο 4052/2012 εισήχθη ο αυτόματος μηχανισμός εξισορρόπησης, γνωστός ως ρήτρα μηδενικού ελλείμματος. Ο νόμος 4387/2016 αναδιαμόρφωσε το πλαίσιο υπολογισμού των επικουρικών και διατήρησε περιορισμούς στις αναπροσαρμογές όταν προκύπτουν ελλείμματα.
Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική εξαίρεση στο ιστορικό του παγώματος: τον Ιούνιο του 2020 αποκαταστάθηκαν προηγούμενες περικοπές σε περίπου 235.000 επικουρικές συντάξεις, έπειτα από αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η αποκατάσταση αυτή δεν αποτέλεσε οριζόντια αύξηση για όλους τους συνταξιούχους. Γι’ αυτό είναι ακριβέστερο να μιλάμε για 16 χρόνια χωρίς γενικές αυξήσεις, και όχι για απόλυτη ακινησία κάθε επικουρικής σύνταξης.
Η μνημονιακή ρήτρα που εξακολουθεί να περιορίζει τις αυξήσεις
Το βασικό εμπόδιο βρίσκεται στο καθεστώς οικονομικής εξισορρόπησης του κλάδου επικουρικής ασφάλισης.
Η λογική του μηχανισμού είναι ότι οι συνταξιοδοτικές παροχές δεν μπορούν να αυξάνονται ανεξάρτητα από την οικονομική δυνατότητα του κλάδου.
Ο νόμος 4387/2016 προέβλεψε περιορισμούς στις αναπροσαρμογές όταν τα έσοδα δεν επαρκούν για την κάλυψη των δαπανών.
Στην πράξη, οι επικουρικές συντάξεις δεν ακολούθησαν τον μηχανισμό αυξήσεων που ενεργοποιήθηκε για τις κύριες από την 1η Ιανουαρίου 2023.
Έτσι, η απουσία αυξήσεων δεν συνδέεται μόνο με τη δημοσιονομική κατάσταση του κλάδου. Συνδέεται και με το γεγονός ότι οι επικουρικές δεν περιλήφθηκαν στις γενικές διατάξεις ετήσιας αναπροσαρμογής των κύριων συντάξεων.
Το ερώτημα για το πλεόνασμα των 188 εκατ. ευρώ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η οικονομική εικόνα του κλάδου επικουρικής ασφάλισης.
Σύμφωνα με δημοσιευμένες εκτιμήσεις που βασίζονται σε στοιχεία του e-ΕΦΚΑ, ο κλάδος αναμενόταν να εμφανίσει για το 2025 πλεόνασμα που υπερβαίνει τα 188 εκατ. ευρώ, έναντι αρχικής πρόβλεψης 115 εκατ. ευρώ.
Το στοιχείο αυτό αναδεικνύει ένα κρίσιμο ερώτημα: εφόσον ο κλάδος εμφανίζει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα, γιατί δεν ενεργοποιείται διαδικασία αναπροσαρμογής των επικουρικών συντάξεων;
Το πλεόνασμα μιας χρονιάς δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι μπορεί να χρηματοδοτηθεί οποιαδήποτε μόνιμη αύξηση. Απαιτείται να συνεκτιμηθούν οι μελλοντικές υποχρεώσεις, οι αναλογιστικές προβλέψεις και το θεσμικό πλαίσιο.
Ωστόσο, η ύπαρξη θετικού αποτελέσματος ενισχύει το αίτημα να παρουσιαστούν αναλυτικά τα οικονομικά δεδομένα και να εξηγηθεί δημόσια ποιοι όροι απαιτούνται για να δοθούν αυξήσεις.
ΤΕΚΑ: Η μεγάλη αλλαγή από την 1η Ιανουαρίου 2022
Μία δεύτερη σημαντική παράμετρος είναι η ίδρυση του Ταμείου Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης (ΤΕΚΑ), με τον νόμο 4826/2021.
Από την 1η Ιανουαρίου 2022, οι νεοεισερχόμενοι στην ασφαλιστέα εργασία, εφόσον υπάγονται στην υποχρεωτική επικουρική ασφάλιση και δεν εμπίπτουν σε ειδική εξαίρεση, ασφαλίζονται στο νέο κεφαλαιοποιητικό σύστημα.
Αυτό δεν αφορά αδιακρίτως όλους όσοι διορίστηκαν ή άλλαξαν εργασία μετά το 2022. Ένας εργαζόμενος που είχε ήδη ασφαλιστεί πριν από την ημερομηνία αυτή δεν μεταφέρεται αυτομάτως στο ΤΕΚΑ επειδή ανέλαβε νέα θέση.
Στο νέο σύστημα, οι εισφορές εργαζομένων και εργοδοτών κατευθύνονται σε ατομικούς ασφαλιστικούς λογαριασμούς, αντί να εισρέουν στον παλαιό κλάδο επικουρικής ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ.
Για τους μισθωτούς, οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης αντιστοιχούν γενικά σε 3% των μεικτών αποδοχών από τον εργαζόμενο και 3% από τον εργοδότη.
Η αλλαγή αυτή σημαίνει ότι οι εισφορές των νέων ασφαλισμένων δεν αποτελούν πλέον άμεσα έσοδα του παλαιού διανεμητικού συστήματος.
Στερούνται πόρους οι παλαιοί συνταξιούχοι
Στο προηγούμενο σύστημα, οι εισφορές των ενεργών ασφαλισμένων αποτελούσαν μέρος των πόρων από τους οποίους χρηματοδοτούνταν οι τρέχουσες επικουρικές συντάξεις.
Με τη λειτουργία του ΤΕΚΑ, ένα αυξανόμενο τμήμα των εισφορών κατευθύνεται σε διαφορετικό φορέα και αποταμιεύεται για τις μελλοντικές παροχές των νέων ασφαλισμένων.
Αυτό δημιουργεί κόστος μετάβασης για το παλαιό σύστημα, καθώς εξακολουθεί να έχει υποχρεώσεις προς τους ήδη συνταξιούχους χωρίς να εισπράττει τις εισφορές όλων των νεοεισερχόμενων εργαζομένων.
Υπάρχει όμως μια κρίσιμη νομοθετική πρόβλεψη: το άρθρο 59 του νόμου 4826/2021 ορίζει ότι το κράτος καλύπτει από τον προϋπολογισμό τη μείωση των πόρων του κλάδου επικουρικής ασφάλισης του e-ΕΦΚΑ λόγω της λειτουργίας του ΤΕΚΑ.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το ΤΕΚΑ ως μεταρρύθμιση που δημιουργεί ατομική συνταξιοδοτική αποταμίευση για τους νέους εργαζομένους, με κρατικές εγγυήσεις και διαφορετικό τρόπο αξιοποίησης των εισφορών.
Από την πλευρά των σημερινών συνταξιούχων, ωστόσο, παραμένει το ερώτημα γιατί η μετάβαση στο νέο σύστημα δεν συνοδεύτηκε από έναν σαφή μηχανισμό προστασίας της αγοραστικής δύναμης των ήδη καταβαλλόμενων επικουρικών.
Πηγή: www.newsit.gr
