Νέα δεδομένα στην αγορά εργασίας δείχνουν ότι η ολοένα μεγαλύτερη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης στις αιτήσεις για δουλειά αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο οι επιχειρήσεις αναζητούν και αξιολογούν εργαζομένους.
Τα βιογραφικά που δημιουργούνται ή βελτιώνονται με εργαλεία AI έχουν γίνει τόσο καλοδουλεμένα και παρόμοια μεταξύ τους, ώστε οι εργοδότες δυσκολεύονται πλέον να ξεχωρίσουν ποιος υποψήφιος ανταποκρίνεται πραγματικά στις απαιτήσεις μιας θέσης.
Το αποτέλεσμα είναι ένα παράδοξο για την αγορά εργασίας: οι επιχειρήσεις ζητούν από τους εργαζομένους γνώσεις και δεξιότητες γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη, την ίδια στιγμή που η χρήση της από τους υποψηφίους κατά τη διαδικασία αναζήτησης εργασίας μπορεί να λειτουργήσει εναντίον τους.
Όπως μεταδίδει το CNBC, οι εργοδότες στρέφονται ξανά σε τρόπους αξιολόγησης που είχαν περάσει σε δεύτερο πλάνο, όπως η προσωπική δικτύωση, οι ζωντανές δοκιμασίες, οι συστάσεις και ακόμη και οι τηλεφωνικές επικοινωνίες πριν από την επίσημη συνέντευξη. Η λογική είναι απλή: όταν ένα βιογραφικό μπορεί πλέον να παρουσιαστεί σχεδόν άψογα με τη βοήθεια της AI, οι επιχειρήσεις θέλουν να δουν τι μπορεί πραγματικά να κάνει ο υποψήφιος.
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τους νέους που προσπαθούν να κάνουν τα πρώτα τους βήματα στην αγορά εργασίας. Σύμφωνα με στοιχεία του LinkedIn, το ένα τρίτο των εργαζομένων της Generation Z στην Ευρώπη θεωρεί ότι η έλλειψη του κατάλληλου δικτύου γνωριμιών αποτελεί το σημαντικότερο εμπόδιο για την εύρεση της πρώτης του δουλειάς.
Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά εργασίας εμφανίζει ήδη αυξημένο ανταγωνισμό, ιδιαίτερα για τους νεότερους εργαζομένους. Σύμφωνα με rδημοσίευμα του Reuters, περισσότερο από το ένα τρίτο των εργοδοτών στο Ηνωμένο Βασίλειο μείωσαν τις ευκαιρίες για θέσεις εισαγωγικού επιπέδου για νεότερους εργαζομένους μέσα στον τελευταίο χρόνο, ενώ σχεδόν οι μισές μεγαλύτερες επιχειρήσεις ανέφεραν ότι έχουν λιγότερες διαθέσιμες θέσεις σε σχέση με έναν χρόνο νωρίτερα.
Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει μια ευρύτερη αλλαγή στην αγορά εργασίας, όπου η τεχνητή νοημοσύνη δεν επηρεάζει μόνο το περιεχόμενο των ίδιων των θέσεων εργασίας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι εργαζόμενοι προσπαθούν να τις αποκτήσουν.
Οι εταιρείες βρίσκονται πλέον αντιμέτωπες με έναν τεράστιο όγκο ψηφιακών αιτήσεων, πολλές από τις οποίες έχουν δημιουργηθεί ή τροποποιηθεί με τη βοήθεια εργαλείων AI. Όταν δεκάδες ή εκατοντάδες υποψήφιοι παρουσιάζουν εξίσου «τέλεια» βιογραφικά, η γλώσσα και η εμφάνιση του CV παύουν να αποτελούν ουσιαστικό τρόπο διαφοροποίησης.
Έτσι, το βάρος μεταφέρεται από το βιογραφικό στην πραγματική αξιολόγηση του υποψηφίου. Οι εργοδότες θέλουν να δουν τον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται, επικοινωνεί και αντιμετωπίζει ένα πραγματικό πρόβλημα, αντί να βασιστούν αποκλειστικά σε ένα άρτια διαμορφωμένο έγγραφο.
Η τάση αυτή οδηγεί ακόμη και σε επιστροφή σε διαδικασίες που θυμίζουν περισσότερο την αγορά εργασίας πριν από την πλήρη ψηφιοποίηση των προσλήψεων: προσωπικές γνωριμίες, εκδηλώσεις networking, τηλεφωνικές συνομιλίες, συστάσεις και ζωντανά τεστ δεξιοτήτων.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι πλέον μόνο ένα άψογο βιογραφικό. Σε μια αγορά όπου η AI μπορεί να βελτιώσει μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τη γλώσσα, τη δομή και την παρουσίαση μιας αίτησης, η προσωπική επαφή και η δυνατότητα ενός υποψηφίου να αποδείξει στην πράξη τι μπορεί να κάνει αποκτούν μεγαλύτερη αξία.
Για τους εργαζομένους, το μήνυμα είναι ότι η χρήση της AI δεν σημαίνει απαραίτητα ότι πρέπει να εγκαταλειφθεί. Αυτό που φαίνεται να χάνει την αξία του είναι η υπερβολική εξάρτηση από αυτήν για τη δημιουργία μιας «τέλειας» υποψηφιότητας. Σε μια αγορά εργασίας όπου πολλές αιτήσεις μοιάζουν πλέον μεταξύ τους, η πραγματική εμπειρία, οι συγκεκριμένες δεξιότητες, οι προσωπικές συστάσεις και η ανθρώπινη επικοινωνία μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Πηγή: www.newsit.gr
