Της Ειρήνης-Ακριβής Νταή*
Ενόψει του Ετήσιου Τακτικού Συνεδρίου της ΚΕΔΕ στην Καλαμάτα, η συζήτηση για την οικονομική αυτοτέλεια, τις χρηματοδοτήσεις και τον θεσμικό εκσυγχρονισμό της Αυτοδιοίκησης αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Οι θεματικές αυτές συναντώνται σε ένα κοινό ερώτημα: με ποιες προϋποθέσεις μπορεί ένας δήμος να ανταποκρίνεται στις καθημερινές υποχρεώσεις του και, ταυτόχρονα, να σχεδιάζει την ανάπτυξη της περιοχής του;
Οι προσυνεδριακές παρεμβάσεις αναδεικνύουν τη στενή σχέση ανάμεσα στη χρηματοδότηση της καθημερινής λειτουργίας, τη στελέχωση των υπηρεσιών και τη συνέχεια των κοινωνικών δομών. Η επάρκεια των πόρων αποτελεί τη βάση πάνω στην οποία μπορεί να οικοδομηθεί ο αναπτυξιακός σχεδιασμός των δήμων. Χρειάζεται, επομένως, μια συνολική πρόταση που να συνδέει τη σταθερή χρηματοδότηση με την ενίσχυση των υπηρεσιών και την υποστήριξη της υλοποίησης, λαμβάνοντας υπόψη τις άνισες δυνατότητες μεταξύ δήμων.
Η οικονομική ενίσχυση και η διοικητική ικανότητα αποτελούν αλληλοεξαρτώμενες προϋποθέσεις. Οι ελλείψεις προσωπικού και τεχνογνωσίας δυσχεραίνουν την αξιοποίηση των χρηματοδοτήσεων. Αντίστοιχα, η αβεβαιότητα για τους διαθέσιμους πόρους περιορίζει τη δυνατότητα προγραμματισμού και επιβαρύνει τη λειτουργία των υπηρεσιών. Μια συνεκτική πολιτική για την Αυτοδιοίκηση οφείλει να αντιμετωπίζει από κοινού αυτές τις ανάγκες.
Η οικονομική αυτοτέλεια χρειάζεται αποτύπωση του πραγματικού κόστους
Η πρόβλεψη στο πρόγραμμα του συνεδρίου παρουσίασης μελέτης για το λειτουργικό κόστος των ΟΤΑ προσφέρει μια ουσιαστική αφετηρία συζήτησης. Η χρηματοδότηση των δήμων χρειάζεται να στηρίζεται σε τεκμηριωμένη εικόνα των υπηρεσιών που παρέχουν, των υποχρεώσεων που αναλαμβάνουν και των συνθηκών μέσα στις οποίες λειτουργούν.
Το κόστος άσκησης μιας αρμοδιότητας επηρεάζεται από τη γεωγραφία, τη διασπορά των οικισμών, την εποχική μεταβολή του πληθυσμού, τη δημογραφική σύνθεση και τις υφιστάμενες υποδομές. Συνεπώς, η επάρκεια των πόρων πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες και τις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε δήμου. Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει και η συνέχεια των κοινωνικών υπηρεσιών. Η δημιουργία μιας δομής συνοδεύεται από σταθερές ανάγκες στελέχωσης, λειτουργίας και συντήρησης. Η χρηματοδοτική της βιωσιμότητα συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα των πολιτών να βασίζονται στις υπηρεσίες της σε βάθος χρόνου.
Από τις διαθέσιμες προσκλήσεις στις τοπικές προτεραιότητες
Η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών προγραμμάτων απαιτεί ένα σαφές πλαίσιο προτεραιοτήτων. Ο δήμος χρειάζεται να γνωρίζει ποιες ανάγκες επιδιώκει να καλύψει, ποιες παρεμβάσεις
προηγούνται, ποια έργα είναι ώριμα και ποιες προϋποθέσεις λείπουν για την υλοποίησή τους. Σε αυτή τη διαδικασία, το επιχειρησιακό πρόγραμμα, το τεχνικό πρόγραμμα, ο προϋπολογισμός και ο χρηματοδοτικός σχεδιασμός πρέπει να λειτουργούν συντονισμένα. Η μεταξύ τους σύνδεση επιτρέπει στη διοίκηση να επιλέγει παρεμβάσεις με συνέχεια και στις υπηρεσίες να προετοιμάζονται εγκαίρως. Για παράδειγμα, ένα πρόγραμμα ενεργειακής αναβάθμισης σχολείων προϋποθέτει καταγραφή της κατανάλωσης και της κατάστασης των κτιρίων, ιεράρχηση αναγκών, κατάλληλες μελέτες και εκτίμηση του κόστους συντήρησης. Η αξιολόγησή του χρειάζεται να περιλαμβάνει την εξοικονόμηση ενέργειας και τη βελτίωση των συνθηκών για μαθητές και εκπαιδευτικούς. Έτσι, κάθε χρηματοδοτική ευκαιρία εντάσσεται σε έναν ευρύτερο σχεδιασμό και υπηρετεί συγκεκριμένους στόχους.
Η διοικητική επάρκεια είναι και ζήτημα εδαφικής συνοχής
Η συζήτηση για τη νησιωτικότητα, την ορεινότητα και την εδαφική συνοχή συνδέεται άμεσα με τη δυνατότητα πρόσβασης στις χρηματοδοτήσεις. Οι δήμοι διαθέτουν διαφορετικό αριθμό στελεχών, διαφορετική τεχνική υποδομή και διαφορετική εμπειρία στη διαχείριση έργων. Μια πρόσκληση με ενιαίους όρους μπορεί να απευθύνεται σε φορείς με πολύ άνισες δυνατότητες
ανταπόκρισης. Όταν η έγκαιρη υποβολή και η ωριμότητα αποτελούν καθοριστικά κριτήρια, οι περιοχές με μεγαλύτερες ανάγκες ενδέχεται να βρίσκονται σε δυσμενέστερη θέση. Για τον λόγο αυτό απαιτείται στοχευμένη υποστήριξη των δήμων με περιορισμένη διοικητική επάρκεια σε ολόκληρο τον κύκλο ενός έργου: από την καταγραφή και την ιεράρχηση των αναγκών έως την ωρίμανση, την υποβολή, την υλοποίηση και την αποτίμηση.
Κοινές ομάδες τεχνογνωσίας, διαδημοτική συνεργασία, πρότυπα τεύχη και εργαλεία χρηματοοικονομικής αξιολόγησης μπορούν να συμβάλουν σε αυτή την προσπάθεια. Η υποστήριξη χρειάζεται να συνοδεύεται από μεταφορά γνώσης, ώστε να ενισχύει σταθερά τις ίδιες τις δημοτικές υπηρεσίες.
Θεσμικός εκσυγχρονισμός με δυνατότητα εφαρμογής
Η συζήτηση για τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την πολυεπίπεδη διακυβέρνηση πρέπει να συνδέεται με τις πρακτικές προϋποθέσεις εφαρμογής των θεσμικών αλλαγών. Κάθε
αρμοδιότητα χρειάζεται σαφή φορέα ευθύνης, προσωπικό, χρηματοδότηση και διαδικασίες συνεργασίας. Αντίστοιχα, η αναδιοργάνωση δημοτικών φορέων απαιτεί τεκμηριωμένες επιλογές για την αποστολή, τη στελέχωση, τη βιωσιμότητα και τη σχέση τους με τις υπηρεσίες του δήμου. Η οργανωτική δομή αποκτά αξία όταν διευκολύνει την υλοποίηση έργων και βελτιώνει την παροχή
υπηρεσιών. Ο ψηφιακός μετασχηματισμός πρέπει επίσης να εντάσσεται σε αυτή τη λογική. Η προμήθεια συστημάτων χρειάζεται να συνοδεύεται από ανασχεδιασμό διαδικασιών, εκπαίδευση προσωπικού και αξιόπιστα δεδομένα, ώστε να μειώνονται οι χρόνοι εξυπηρέτησης και να ενισχύεται η οικονομική και διοικητική πληροφόρηση.
Ουσιαστική συμμετοχή στον σχεδιασμό και αξιολόγηση των αποτελεσμάτων
Η προοπτική της περιόδου 2028–2034 καθιστά αναγκαία μια τεκμηριωμένη αυτοδιοικητική παρέμβαση στον σχεδιασμό των επενδυτικών προτεραιοτήτων. Οι δήμοι και οι συλλογικοί τους
φορείς χρειάζεται να συμμετέχουν εγκαίρως, μεταφέροντας τη γνώση των τοπικών αναγκών και τις δυσκολίες εφαρμογής των προγραμμάτων.
Παράλληλα, η αξιολόγηση των παρεμβάσεων πρέπει να συνδέεται με συγκεκριμένα οικονομικά, κοινωνικά και χωρικά αποτελέσματα. Χρειάζεται να εξετάζεται πόσοι πολίτες ωφελήθηκαν
πραγματικά, ποιες κοινωνικές ομάδες καλύφθηκαν και κατά πόσο οι υπηρεσίες έφτασαν σε όσους τις είχαν περισσότερο ανάγκη. Ο αριθμός των ωφελουμένων, σε σχέση με το σύνολο των δυνητικών δικαιούχων, η γεωγραφική κάλυψη και η βελτίωση της πρόσβασης αποτελούν ουσιαστικούς δείκτες αποτελέσματος και κοινωνικής ανταποδοτικότητας των πόρων. Η παρακολούθηση αυτών των στοιχείων επιτρέπει να εντοπίζονται ανάγκες που παραμένουν ακάλυπτες και να προσαρμόζονται οι παρεμβάσεις. Μαζί με το κόστος λειτουργίας, την ποιότητα των υπηρεσιών και την ανθεκτικότητα των υποδομών, συγκροτούν μια πληρέστερη εικόνα για το όφελος κάθε χρηματοδότησης στην τοπική κοινωνία.
Το συνέδριο της ΚΕΔΕ μπορεί να συμβάλει στη διαμόρφωση μιας συνεκτικής διεκδικητικής πρότασης που συνδέει τις αρμοδιότητες με επαρκείς και προβλέψιμους πόρους, το αναγκαίο προσωπικό και τη διοικητική υποστήριξη. Η ισχυρή Αυτοδιοίκηση προϋποθέτει δήμους με ουσιαστική δυνατότητα να αποφασίζουν, να σχεδιάζουν με βάση τις τοπικές ανάγκες, να υλοποιούν με συνέπεια και να λογοδοτούν στην κοινωνία.
*H Ειρήνη-Ακριβή Νταή είναι Μαθηματικός-Οικονομολόγς (PhDc) και Σύμβουλος Ανάπτυξης
Πηγή: www.aftodioikisi.gr
