«Συναγερμό» έχει σημάνει η ΕΚΤ (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα) για τις άνευ προηγουμένου επενδύσεις που γίνονται γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη (ΑΙ) και για την αρνητική κατάληξη που μπορεί να έχει αυτή η εξέλιξη.
Αν και οι μεγαλύτερες εταιρείες του κόσμου επιδίδονται πλέον καθημερινά σε «εξοπλιστικά προγράμματα» γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη προκειμένου να αναβαθμιστούν και να επικρατήσουν του ανταγωνισμού, η ΕΚΤ υπογραμμίζει πως μια διόρθωση στις χρηματιστηριακές αγορές μετά από ένα «καταιγιστικό ράλι» στον τεχνολογικό τομέα θα μπορούσε να έχει σοβαρές συνέπειες για την Ευρωζώνη.
Σε ανάλυση που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα της ΕΚΤ, οι οικονομολόγοι επισημαίνουν ότι οι αποτιμήσεις των αμερικανικών τεχνολογικών εταιρειών έχουν ανέβει σε επίπεδα που παραπέμπουν στην εποχή της φούσκας των dot-com. Όπως σημειώνουν, η ιστορική εμπειρία από προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις δείχνει ότι μια διόρθωση στις σημερινές αποτιμήσεις είναι πιθανή.
Η προειδοποίηση αποκτά μεγαλύτερη σημασία για την Ευρώπη, καθώς ένα ενδεχόμενο sell-off στη Wall Street δεν θα περιοριζόταν στις αμερικανικές αγορές. Η διασύνδεση των χρηματιστηρίων και η μεγάλη έκθεση ευρωπαϊκών επενδυτών στις αμερικανικές τεχνολογικές μετοχές δημιουργούν έναν δίαυλο μετάδοσης των πιέσεων και στην Ευρωζώνη.
Δεν διασφαλίζει τίποτα η ΑΙ
Το ιδιαίτερο στοιχείο της ανάλυσης είναι ότι η ΕΚΤ δεν θεωρεί απαραίτητο να αποτύχει η τεχνητή νοημοσύνη για να προκληθεί χρηματιστηριακή διόρθωση.
Ακόμη και αν η AI οδηγήσει σε σημαντική αύξηση της παραγωγικότητας και των εταιρικών κερδών, οι μετοχές μπορεί να βρεθούν υπό πίεση, εφόσον οι σημερινές τιμές προϋποθέτουν εξαιρετικά υψηλούς ρυθμούς μελλοντικής κερδοφορίας. Εάν οι επιχειρήσεις δεν καταφέρουν να ανταποκριθούν στις υπερβολικά αισιόδοξες προσδοκίες των επενδυτών, οι αποτιμήσεις μπορεί να επανέλθουν σε χαμηλότερα επίπεδα.
Οι οικονομολόγοι της ΕΚΤ παραπέμπουν σε προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις, όπως η ανάπτυξη των σιδηροδρόμων τον 19ο αιώνα, η εξάπλωση του ηλεκτρισμού και του ραδιοφώνου τη δεκαετία του 1920 και φυσικά η έκρηξη του διαδικτύου τη δεκαετία του 1990.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι νέες τεχνολογίες προσέλκυσαν τεράστιες επενδύσεις και οδήγησαν σε απότομη άνοδο των αποτιμήσεων, πριν ακολουθήσει σημαντική υποχώρηση.
Έκθεση 440 δισ. ευρώ των νοικοκυριών της Ευρωζώνης
Ο μεγαλύτερος κίνδυνος για την Ευρώπη βρίσκεται στην έκθεση των επενδυτών στις λεγόμενες Magnificent Seven: Alphabet, Amazon, Apple, Meta, Microsoft, Nvidia και Tesla.

Τα νοικοκυριά της Ευρωζώνης έχουν συνολική έκθεση περίπου 440 δισ. ευρώ στις συγκεκριμένες αμερικανικές τεχνολογικές μετοχές. Σημαντική είναι και η έκθεση ασφαλιστικών εταιρειών και συνταξιοδοτικών ταμείων, η οποία βρίσκεται περίπου στο ίδιο επίπεδο.
Όπως επισημαίνει η ΕΚΤ, μεγάλο μέρος της έκθεσης των νοικοκυριών δεν προέρχεται από απευθείας κατοχή μετοχών, αλλά μέσω αμοιβαίων κεφαλαίων και ETFs. Αυτό σημαίνει ότι ένας επενδυτής μπορεί να έχει σημαντική έκθεση στις αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες χωρίς να έχει αγοράσει ο ίδιος μεμονωμένες μετοχές της Nvidia ή της Microsoft.
Σε περίπτωση απότομης πτώσης, οι εκροές από επενδυτικά κεφάλαια θα μπορούσαν να τα υποχρεώσουν να πουλήσουν περιουσιακά στοιχεία για να καλύψουν τις εξαγορές των επενδυτών. Αυτό θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τις πιέσεις στις αγορές και να δημιουργήσει έναν μηχανισμό μετάδοσης της κρίσης.
Η υπερβολική αισιοδοξία αυξάνει τον κίνδυνο
Ένας ακόμη παράγοντας που μπορεί να ενισχύσει μια μελλοντική πτώση είναι η ψυχολογία των επενδυτών, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση της ΕΚΤ.
Όταν η αισιοδοξία γίνεται υπερβολική, οι τιμές των μετοχών μπορεί να απομακρυνθούν από τα θεμελιώδη μεγέθη των επιχειρήσεων. Εάν στη συνέχεια αλλάξει το κλίμα και οι επενδυτές αρχίσουν να περιορίζουν τις θέσεις τους, η διόρθωση μπορεί να είναι πολύ πιο έντονη.
Η ΕΚΤ υπογραμμίζει πάντως ότι δεν μπορεί να προβλεφθεί πότε θα πραγματοποιηθεί μια τέτοια διόρθωση. Ούτε η σημερινή άνοδος σημαίνει ότι οι τιμές έχουν ήδη φτάσει στο ανώτατο σημείο τους. Εάν η τεχνητή νοημοσύνη αποδειχθεί ακόμη πιο μετασχηματιστική από ό,τι αναμένουν σήμερα οι αγορές, οι αποτιμήσεις θα μπορούσαν να αυξηθούν περαιτέρω πριν από οποιαδήποτε υποχώρηση.
Η Ευρώπη δεν είναι προστατευμένη
Οι ευρωπαϊκές αγορές εμφανίζουν χαμηλότερες αποτιμήσεις σε σχέση με τις αμερικανικές και έχουν μικρότερη συμμετοχή τεχνολογικών εταιρειών. Επομένως, ο κίνδυνος μιας αντίστοιχης «φούσκας» στην ίδια την Ευρωζώνη είναι περιορισμένος.
Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρώπη θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από μια μεγάλη πτώση στη Wall Street. Οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές χρηματιστηριακές αγορές κινούνται ιστορικά σε μεγάλο βαθμό παράλληλα, γεγονός που σημαίνει ότι ένα ισχυρό sell-off στις ΗΠΑ πιθανότατα θα μεταδιδόταν και στις ευρωπαϊκές μετοχές.
Και εδώ βρίσκεται, σύμφωνα με την ανάλυση, ο μεγαλύτερος κίνδυνος: μια χρηματιστηριακή διόρθωση που θα συνοδευόταν από ευρύτερη αναταραχή στις αγορές.
Σε αντίθεση με την περίοδο της κρίσης των dot-com, οι κυβερνήσεις και οι κεντρικές τράπεζες διαθέτουν σήμερα μικρότερα περιθώρια για να αντιμετωπίσουν ένα νέο σοκ, είτε μέσω μειώσεων επιτοκίων είτε μέσω δημοσιονομικών μέτρων.
Η προειδοποίηση επομένως δεν αφορά μόνο τους επενδυτές της Wall Street. Μια απότομη ανατροπή του επενδυτικού κλίματος γύρω από την τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να επηρεάσει τις χρηματοδοτικές συνθήκες, την εμπιστοσύνη και τελικά την πραγματική οικονομία της Ευρωζώνης.
Το βασικό μήνυμα της ανάλυσης είναι ότι το ρίσκο δεν βρίσκεται απαραίτητα στην ίδια την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά στις εξαιρετικά υψηλές προσδοκίες που έχουν ήδη ενσωματωθεί στις χρηματιστηριακές τιμές. Και το πότε θα έρθει η διόρθωση, εφόσον έρθει, παραμένει αδύνατο να προβλεφθεί.
